- Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ
- Άγιοι Κοδράτος, Θεοδόσιος, Μανουήλ και άλλοι Τεσσαράκοντα μάρτυρες από την Ανατολή
- Άγιοι Είκοσι Έξι Μάρτυρες οι εν Γοτθία μαρτυρήσαντες
- Όσιος Στέφανος ο Ομολογητής, ηγούμενος Τριγλίας
- Διήγηση ωφέλιμη Μάλχου μοναχού που αιχμαλωτίστηκε
- Όσιος Βασίλειος ο Νέος
- Άγιος Γεώργιος από τη Σόφια της Βουλγαρίας
- Άγιοι Μοντανός ο Ιερομάρτυρας και Μαξίμη η σύζυγός του
- Άγιοι Θεόδωρος ο Ιερομάρτυρας, Ειρηναίος ο Διάκονος, Σεραπίων και Αμμώνιος οι αναγνώστες
- Άγιοι Πέτρος, Μαρκιανός, Ιωάννης, Θέκλα, Κασσιανός οι Μάρτυρες και οι συν αυτών μαρτυρήσαντες
- Άγιος Ευτύχιος ο Μάρτυρας ο υποδιάκονος
- Άγιος Πούλιος ο ΑναγνώστηςΒ' ΧαιρετισμοίΆγιος Γεώργιος από τη Σόφια της Βουλγαρίας+++++++++++++++++++++++++++++++
Απὸ τὴ Σόφια τῆς Βουλγαρίας καταγόταν ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ νεομάρτυς, ποὺ ἑορτάζουμε στὶς 26 Μαρτίου. Ἦταν στρατιώτης μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα καὶ ἀγαποῦσε πολὺ τὸν Θεό. Πίσω ἀπὸ τὸ ἀθλητικό του παράστημα καὶ τὴν εὐγενική του μορφὴ ἔκρυβε ἕναν ὑπέροχο ψυχικὸ κόσμο. Ἤθελε νὰ μένει πάντα ὁ ἀσυμβίβαστος μὲ τὸν πονηρὸ κόσμο καὶ πάντοτε πιστὸς ὑπήκοος στὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἀτρόμητος ὁμολογητής του. Αὐτὸ τὸ ἀπέδειξε καὶ στὴν πράξη καὶ μάλιστα σὲ κάποια δύσκολη ὥρα τῆς ζωῆς του. Ἦταν τότε περίπου 30 ἐτῶν. Εὑρισκόμενος στὴν Ἀδριανούπολη τῆς Θράκης – περιοχὴ τουρκοκρατούμενη – θέλησε νὰ ἐπισκευάσει τὸ τόξο του. Ἐπισκέφθηκε λοιπὸν τὸ ἐργαστήριο κάποιου Τούρκου τοξοποιοῦ. Καὶ ξαφνικά, χωρὶς λόγο, ὁ τεχνίτης ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ βρίζει μπροστά του τὸν Θεὸ τῶν Χριστιανῶν. Τότε ἡ καρδιὰ τοῦ γενναίου στρατιώτη Γεωργίου δὲν ἄντεξε νὰ ἀκούει τὰ βλάσφημα αὐτὰ λόγια. Τόλμησε καὶ ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μὲ θάρρος ὁμολόγησε δυνατά: «Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς Θεός, ἅγιος, δημιουργὸς τοῦ παντός. Ἡ θρησκεία τοῦ Μωάμεθ ἔχει πλάνη». Περίεργοι Τοῦρκοι στὴν ἀγορὰ ποὺ ἄκουσαν τὸν ἔντονο αὐτὸ διάλογο ἔτρεξαν νὰ δοῦν τί συμβαίνει. Ἄκουσαν ἕνα χριστιανὸ νὰ ὁμολογεῖ τὴν πίστη του καὶ νὰ περιφρονεῖ τὸν Μωάμεθ. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι θράσος. Καὶ πρέπει νὰ τὸν τιμωρήσουν. Ὅρμησαν λοιπὸν στὸν Γεώργιο. Τὸν ράπισαν καὶ μὲ τὴ χορδὴ τοῦ τόξου του τοῦ ἔσφιγγαν τὸν λαιμὸ ἀφήνοντας στὸν τράχηλο ἔντονες κακώσεις. Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια, τὸν ἔφεραν σὲ δίκη «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγήν». Καὶ ὁ μάρτυρας ἔλεγε: «Μακάριοι οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου… Σύ, Κύριε, ἀκοῦς, βλέπεις τὴν ὁμολογία μου. Σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις». Καὶ ὁ Κύριος δὲν ἐγκατέλειψε τὸν δοῦλο του Γεώργιο, τὸν ἐνίσχυσε. Ἐκεῖ μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα ὁ μακάριος μάρτυρας δέχθηκε νέες μαστιγώσεις. Ἄκουσε ὅμως καὶ ὑποσχέσεις πὼς ἐὰν μετάνιωνε γιὰ ὅσα εἶχε πεῖ θὰ ἀπολάμβανε μεγάλες δωρεές. Ὅμως ὁ Γεώργιος συνέχισε ἀτρόμητος νὰ ὁμολογεῖ: «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι πλάστης μου καὶ βασιλεύς μου αἰώνιος». Ὁ ἡγεμόνας τὸν ἀπείλησε μὲ φωτιά. Ὁ μάρτυς τὸν νίκησε μὲ παράδοξη ἀπάντηση: «Ἂν τὸ προστάξεις αὐτὸ γιὰ μένα, θὰ σοῦ σφίξω μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ χαρὰ τὸ χέρι»! Ὁ δικαστὴς ὀργισμένος διατάζει ἀμέσως τὴ φυλάκισή του μήπως καὶ μετανιώσει… Νέα τώρα πορεία ταπεινώσεων γιὰ τὸν μάρτυρα. Καθὼς ἀνηφορίζει τὸ δρόμο γιὰ τὶς φυλακὲς τοῦ φρουρίου, πλῆθος Ἀγαρηνῶν τὸν φτύνουν, τὸν χλευάζουν, τὸν ταπεινώνουν… Καὶ ὁ Γεώργιος πορεύεται κατὰ τοὺς αὐτόπτες μάρτυρες «ἀνδρεῖος, μηδενὶ σαλευόμενος». Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἱεροδιδάσκαλοι τοῦ κορανίου ἔφθασαν στὸν ἄρχοντα μὲ τὴν ἄγρια ἀπαίτηση νὰ θανατώσει τὸν Γεώργιο ἀμέσως, «γιατὶ βρίζει αὐτὸν ποὺ κηρύττουν», ἐνῶ ἔξω πλήθη φανατισμένων μουσουλμάνων φώναζαν: «Κάψτε τον! τώρα! ἀμέσως στὴ φωτιά». Ἡ ὀργὴ τοῦ ἄσπλαχνου ὄχλου ἔκαμψε τὸν ἄρχοντα. Ἡ διαταγὴ δόθηκε: «Ὁ Γεώργιος θὰ κατακαεῖ ζωντανός». Ὁ Γεώργιος ὁδηγεῖται στὴν κεντρικὴ πλατεία τῆς Ἀδριανουπόλεως. Ὁ μάρτυρας μὲ ὑψωμένο τὸ βλέμμα στὸν οὐρανὸ περίμενε τὴν ὥρα γιὰ νὰ πετάξει στὸν Πλάστη του. Ἕνας ὀργισμένος μουσουλμάνος τὸν τραυμάτισε κοντὰ στὴν καρδιὰ μὲ μαχαίρι. Τὸ αἷμα ἔτρεχε καὶ πότιζε τὰ ξύλα τῆς φωτιᾶς. Ὁ μάρτυς ὅμως δὲν ὑποχώρησε. Παραδίδεται στὸν Κύριο καὶ Θεό του, ποὺ τὸν θέλει δικό του, νεομάρτυρα δοξασμένο… Ὁ δήμιος ἄναψε τὴ φωτιά. Οἱ παρευρισκόμενοι ἐχθροὶ ὅρμησαν στὸν μάρτυρα. Κι ἀφοῦ τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα καλάθι, τὸν πέταξαν μέσα στὶς φλόγες, ἐνῶ ἀκουγόταν ἡ προσευχὴ τοῦ Γεωργίου: «Γιά Σὲνα πάσχω, Κύριε, ἐπειδὴ δὲν Σὲ ἀρνοῦμαι. Ἀξίωσέ με τῆς οὐρανίου Βασιλείας σου!». Γιὰ νὰ αὐξήσουν τοὺς πόνους τοῦ μάρτυρος τὸν τρυποῦσαν μὲ κλαδιὰ καὶ ἀκόντια καὶ ἔριχναν ρετσίνι γιὰ νὰ δυναμώσουν τὶς φλόγες. Μέσα σ’ αὐτὲς παρέδωσε ὁ γενναῖος Γεώργιος τὴν ἐξαγνισμένη ψυχή του στὸν λατρευτό του Κύριο. Ἦταν Μεγάλη Τρίτη, 26 Μαρτίου τοῦ 1437. Ὁ Γεώργιος δὲν πρόλαβε νὰ ἑορτάσει Πάσχα. Τὸ ἑόρτασε μὲ τοὺς ἀγγέλους. Στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του τὶς ἑπόμενες μέρες μιὰ στήλη φωτὸς μὲ ὑπερκόσμια λάμψη – σημεῖο τῆς δόξας του ἀπὸ τὸν Κύριο – παρηγοροῦσε τοὺς χριστιανούς. Οἱ βέβηλοι ἐχθροὶ σκόρπισαν τὰ ὑπολείμματα τῆς τέφρας τοῦ μάρτυρος… Ὁ Γεώργιος εἶχε προστεθεῖ στὴ χορεία τῶν Νεομαρτύρων, εἶχε κερδίσει τὸν οὐρανό. Εἶχε κατακτήσει συγχρόνως καὶ τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν χριστιανῶν. Εἶχε γίνει γι’ αὐτοὺς ἕνα λαμπρὸ παράδειγμα γενναίου ὁμολογητοῦ, ἕνας ὁδοδείκτης τοῦ Οὐρανοῦ!…

0 Σχόλια