Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ ΚΑΙ Η ΛΥΤΡΩΣΗΣ. (3).


 Αφού λοιπόν ασπάσθηκε τήν λειψανοθήκη τού Αγίου, έφυγε γιά τό σπίτι του.Μπήκε στό δωμάτιό του, διάβασε τήν ακολουθία τής ενάτης ώρας καί τού εσπερινού κι έπεσε νά κοιμηθεί. Τόν είχε πάρει λίγο ο ύπνος, οπότε βλέπει μέσα στό δωμάτιο ένα πλήθος, ντυμένο μέ λευκά καί ξανθοκόκκινα ρούχα. Ανάμεσά τους ο μεγαλομάρτυς Ακάκιος, ζωηρός καί νέος στήν ηλικία, μέ γένεια πού μόλις άρχιζαν νά στεφανώνουν τό σαγόνι του, άσραφτε σάν μαργαριτάρι.. Λέει λοιπόν στόν Επιφάνιο:-Ακουσα τήν δέησί σου καί παρακάλεσα γιά τό πρόβλημά σου Τόν Δεσπότη Χριστό, ό οποίος μού είπε νά χειρισθώ τήν υπόθεσί σου, όπως νομίζω καλύτερα. Ετσι λοιπόν Ο Κύριος σού στέλνει μέσω εμού τήν βοήθειά Του, οπότε θά φοβηθεί ο δράκοντας πού σέ βασανίζει.  Καί λέγοντας αυτά, έβγαλε από τόν κόρφο του ένα σκεύος χρυσό. Επάνω σ' αυτό ήσαν φιλοτεχνημένες οί εικόνες Τού Δεσπότου καί τής Θεομήτορος, ενώ δεξιά καί αριστερά ήσαν τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ.Μέσα στό σκεύος υπήρχε κάτι πολύ κόκκινο καί ευωδιαστό.Ο μάρτυς, αφού τό ανακάτεψε καί τό διέλυσε μέ κάτι σάν αγίασμα, τό πρόσφερε στόν Επιφάνιο νά τό πιέί λέγοντάς του:- Ειρήνευε-. Υστερα ανεχώρησε μέ τήν συνοδία του.. Ο νέος τινάχθηκε από τόν ύπνο του. Στό στόμα του είχε μείνει μία γλυκειά γεύσις.Κατάλαβε τήν σημασία τού οράματος καί υψώνοντας τά χέρια στόν ουρανό, ευχαρίστησε Τόν Θεό καί τόν Αγιο μάρτυρα.  Απαλλαγμένος λοιπόν από τόν σατανικό πόλεμο, πήρε τό πρωϊ ,κεριά,λάδι,θυμίαμα,τέσσερα πρόσφορα καί ξεκίνησε μαζί μέ έναν δούλο του, γιά τόν ναό τού μάρτυρος.. Μπήκε μέσα μέ ευχαριστίες καί δεήσεις. Βλέπει τότε φανερά τόν Αγιο, ντυμένο μέ πυρόξανθο μάλλινο επανωφόρι, νά τόν προϋπαντά καί νά δέχεται τά δώρα του μέ πολλή χαρά, λέγοντας:- Επιθυμούσα πολύ νά σέ ξαναδώ Επιφάνιε, επειδή η διαγωγή τών εναρέτων, είναι πολύ ευχάριστη σ' εμάς τούς φίλους Τού Χριστού.Δέν μέ ικανοποιούν τόσο τά δώρα σου, όσο η καθαρή προσευχή καί τό ταπεινό σου φρόνημα. Θέλω λοιπόν νά θυμάσαι τήν φιλία μου καί νά έρχεσαι εδώ συχνά. Θά σού είμαι βοηθός καί σύντροφος σ'όλη σου τήν ζωή. Θά σέ θεωρώ προσωπικό κάι ακριβό μου φίλο.Τ'όνομά σου τό έχω γράψει μέ τό χέρι μου εδώ αριστερά ,κάτω από τόν άμβωνα.Ο Κύριος ανέθεσε σ'εμένα τήν φροντίδα σου.Νά έρχεσαι λοιπόν συχνότερα εδώ, γιά νά έχεις Τού Θεού τήν ευλογία καί τήν δική μου προστασία.  Αυτά είπε ο μάρτυς καί σιώπησε, ενώ ο Επιφάνιος έμεινε νά τόν κοιτάζει μέ δέος καί έκστασι. Κάποιος υπηρέτης τού ναού, βλέποντάς τον νά έχει επίμονα καρφωμένο τό βλέμμα του στόν αμβωνα, νόμισε πώς τρελλάθηκε.  - Τί κρίμα! είπε λυπημένος. Τόσο ωραίος νέος καί νά είναι τρελλός !   Οταν ο μάρτυς έγινε άφαντος. ο Επιφάνιος βγήκε έξω καί περπατούσε γύρω από τόν ναό, προσευχόμενος στόν Κύριο. Τέλος, αφού λειτουργήθηκε καί μετέλαβε τά άχραντα μυστήρια, γύρισε στό σπίτι χαρούμενος γιά τήν φιλία καί τήν σύντομη βοήθεια τού μάρτυρος.   Μέ τήν μεσολάβησι λοιπόν τού μακαρίου Ανδρέα ελευθερώθηκε από τόν φοβερό εκείνο πόλεμο, κι ευχαριστούσε ολόθερμα  πρώτα Τόν Θεό, ύστερα τόν μάρτυρά Του καί τέλος τόν δούλο Του Ανδρέα.Από τότε πήγαινε τακτικά στόν ναό τού Αγίου Ακακίου καί προσευχόταν μέ πολύ πόθο καί παρρησία, απολαμβάνοντας διαρκώς τίς πρεσβείες του.

Οσιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός. Ι.Μ.Παρακλήτου.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια