ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΚΥΡΙΕ, ΔΕΞΟΥ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ.





Ενας μοναχός κατέβηκε στην πόλη να πουλήσει το εργόχειρο του. Στο δρόμο συνάντησε κατά τύχει μία ωραία νέα, θυγατέρα ειδωλολάτρου ιερέως. Άφησε αφύλαχτο τόν εαυτό του και τόσο κυριευτηκε από την κακή επιθυμία, που ξέχασε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στο Χριστό για παρθενία και αγνότητα και τήν ζήτησε από τον Πατέρα της για σύζυγο.
Δεν μπορώ να σού υποσχεθώ τού είπε εκείνος αν δεν ρωτήσω πρώτα το Θεό μου.
Πήγε πράγματι στο μαντείο να πάρει χρησμό.
Ζήτησε του να αρνηθεί το σχήμα του Μοναχού και το βάπτισμα του,απάντησε το μαντείο ή μάλλον ο διάβολος.
Αρνούμαι και τα δύο τόλμησε να ξεστομίσει ο δυστυχισμένος καλόγερος, σκοτισμενος από την παράλογη επιθυμία.. Τότε είδε να βγαίνει από το στόμα του ένα κάτασπρο Περιστέρι και να χάνεται στο άπειρο.
Ο πατέρας της νέας όμως δεν ικανοποιηθηκε αμέσως ζήτησε και δεύτερο χρησμό.
Μην τού δώσεις τήν θυγατέρα σου, είπε το μαντείο. Ο Θεός του δεν τόν εγκατέλειψε ακόμα.
Σαν το άκουσε ο αρνητής συγκλονιστηκε συντρίφτηκε ή καρδιά του.
Ο άθλιος εγώ φώναξε αρνήθηκα ένα Θεό που ποτέ δεν αρνείται το έργο τών χειρών Του
Θρηνώντας τήν φοβερή αμαρτία του πικρά σαν τόν Πέτρο, γύρισε στην έρημο. Πήγε αμέσως σε έναν από τους αγίους Πατέρες και εξομολογηθηκε βαθιά μετανοημενος.
Εκείνος τόν άκουσε με κατανόηση, τόν στήριξε, τόν παρηγόρησε, αλλά του έδωσε βαρύ επιτίμιο.
Κλείσου σε εκείνο το απόμερο σπήλαιο του είπε και του έδειξε την σπηλιά που ήταν πάνω από την καλύβα του στην κορφή του βράχου.Τρωγε λίγο ξερό ψωμί μία φορά στις τρεις μέρες και μην παύσεις να προσεύχεσαι με θερμά δάκρυα στον φιλάνθρωπο Θεό να σε ελεήσει. Το ίδιο θα κάνω και εγώ για χάρη σου και ελπίζω πώς με κάποιο σημείο θα μάς φανερώσει ο Κύριος πώς δέχτηκε την μετάνοια σου.
Ο αδελφός ακολούθησε την συμβουλή, του Αγίου Γέροντος.
Νηστευε όμως και ο Πνευματικος του και συγκοπιασε με τον μετανοουντα.
Σε παρακαλώ Κύριε έλεγε στην προσευχή του ο συμπαθής Γέροντας, Χάρισε μου τήν ψυχή του αδερφού και δέξου τήν μετάνοια του.
Ο Πανάγαθος Θεός άκουσε τις προσευχές και των δύο.. Ύστερα από μια εβδομάδα που πήγε ο Γέροντας να δεί τι κάνει ο αδερφός, εκείνος τού φανέρωσε πώς είχε διακρίνει πολύ ψηλά στον ουρανό το Περιστέρι που με τήν άρνηση του είχε βγεί από το στόμα του.
Εξακολούθησε τόν αγώνα αδελφέ του είπε ο Γέροντας και έχε τήν ελπίδα σου στο Θείο έλεος
Πέρασε ακόμα μία εβδομάδα και ο αδερφός εξομολογηθηκε στον Γέροντα πώς το ποθουμενο Περιστέρι πήγε και στάθηκε πολύ κοντά στο κεφάλι του.
Συνέχισε τέκνο τήν καλή σου μετάνοια του είπε εκείνος ευχαριστημένος.
Σαν πέρασε και η τρίτη εβδομάδα πήγε πάλι ο καλός Πνευματικός, να επισκεφτεί τήν ψυχή που είχε αναλάβει. Βρήκε τον αδερφό να κλαίει από χαρά.
Ήρθε το Περιστέρι Αββά του είπε μόλις τόν είδε, λίγο πριν φανείς εσύ και κάθισε πάνω από το κεφάλι μου. Καθώς άπλωσα με λαχτάρα το χέρι μου να το κρατήσω, να μην μου φύγει πιά με ένα πηδημα εκείνο μπήκε στο στόμα μου
Ας έχει δόξα ο Θεός τέκνον μου είπε συγκινημένος ο Αββάς πού μάς πληροφόρησε πώς δέχτηκε την μετάνοια σου. Πήγαινε τώρα στο κελί σου, και πρόσεχε πολύ τον εαυτό σου να μην διώξεις άλλη φορά τήν Χάρη τού Αγίου Πνεύματος που έλαβες με το Αγιο βάπτισμα και τήν ανανεώνεις με τά αλλά μυστήρια τής Εκκλησίας.
Ο αδελφός όμως δεν θέλησε πιά να αποχωριστεί τόν Άγιο Γέροντα. Έμεινε στην υποταγή του και με την σοφή του καθοδήγηση αγωνίστηκε τόν καλο αγώνα της αρετής ως το τέλος της ζωής του.

Από τό Γεροντικό.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια