ΜΑΘΕ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ...
Το λέει πολύ ωραία αυτό ο άγιος Χρυσόστομος. Λέει ότι το χειμώνα, όταν το χιόνι σκεπάζει τη γη, κάτω απ΄αυτό το σιωπηλό, άσπρο σεντόνι, κρύβεται μια ολόκληρη ζωή. Εσύ δε βλέπεις τίποτα. Λες “Νεκρή φύση”. Τα κλαδιά ξερά, στεγνά. Η φύση νεκρωμένη. Δε βλέπεις πρασινάδα. Άσπρο το σεντόνι της γης με το χιόνι.
Κι όμως από κάτω ξέρεις τι γίνεται; Μια ολόκληρη ζωή ετοιμάζεται. Ετοιμάζονται αυτοί οι σπόροι που την άνοιξη θα δώσουν τη ζωή και θα κάνουν αυτό το χωράφι που τώρα είναι νεκρωμένο χωρίς ίχνος ζωής -δε φαίνεται πουθενά ζωή- ν’ ανθίσει και να πρασινίσει.
Τι πρέπει να κάνει ο γεωργός; Υπομονή.
Να περιμένει. Αξίζει όμως τον κόπο.
Είναι ανάγκη να περιμένεις. Να μην βιάζεσαι στη ζωή και θα δεις αποτελέσματα. Και να μην απογοητεύεσαι. Μην αφήσεις την απογοήτευση να τσακίσει την καρδιά σου. Διότι με την απογοήτευση, αρρωσταίνεις. Δε σε βοηθάει.
Να περιμένεις αγαπητέ μου αδελφέ, να περιμένεις να γυρίσει. Ξέρεις πού αναφέρομαι γιατί εσύ μου το ‘πες: “Περιμένω και ακόμα δε βλέπω τίποτα. Περιμένω το παιδί μου, πάτερ, να γυρίσει”. Που ‘ναι το παιδί σου; Μου το ‘γραψες.
Είσαι μάνα, είσαι πατέρας και το λες: “Το παιδί μου έχει μπλέξει κι έχει φύγει. Έχει μπλέξει με παραθρησκευτικές ομάδες, με αιρέσεις, με βουδισμούς, με χαλάρωση, αυτοσυγκέντρωση, διαλογισμούς και τέτοια και τι θα κάνω; Του μιλάω και δεν καταλαβαίνει”.
Είναι φοβερό αυτό που μου συμβαίνει.
“Και περιμένω, πάτερ. Δεν απογοητεύομαι. Περιμένω να γυρίσει. Δεν ξέρω τι κάνει,δεν ξέρω που ‘χει μπλέξει,δεν ξέρω με ποιον είναι, με ποιους έχει σχέσεις τώρα. Τι να πω δεν ξέρω. Περιμένω. Κάνω υπομονή”.
“Ὑπομένων, ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου”.
Με υπομονή έκανα υπομονή. Περιμένω τον Κύριο. Θέλει υπομονή για να κάνεις υπομονή.
Παράδοξο σχήμα έτσι όπως είναι γραμμένο κι ακούγεται: Με υπομονή κάνω υπομονή.
Να περιμένεις τον άνθρωπό σου,το η τη σύζυγό σου που ‘χει φύγει, το παιδί σου που αντιδρά και φεύγει. Όλα αυτά θέλουν υπομονή.
Σήμερα κάνει επανάσταση ναι. Διαμαρτύρεται κι αντιμιλά. Και τι σου λέει ο πνευματικός σου; Τι να σου πει. Πας και λες “Πάτερ, βρείτε μια λύση”. Ε, τι λύση να σου πει ο άνθρωπος. Τι θες να σου πει, δηλαδή. “Να κάνεις προσευχή και υπομονή”. “Και πότε, πάτερ, θ’ αλλάξει το παιδί μου;” “Δεν ξέρω το πότε. Εσύ όμως θα περιμένεις” “Μα, πάτερ, δε μου δίνει σημασία. Του μιλάω και με προσβάλει. Του μιλάω και με βρίζει. Πώς θα κάνω υπομονή; Πώς θα το αντέξω αυτό; Πώς θα το αντέξω; Μα μέχρι χθες, το παιδί μου αυτό μ’ είχε πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και τώρα δε θέλει να με ρωτάει, δε θέλει τίποτα” “Και ξέρετε τι θυμάμαι;” μου ‘πε μια μάνα.
“Θυμάμαι, πάτερ, όταν το παιδάκι μου ήτανε μικρό και έπρεπε να πάω να δω ένα θέατρο μια φορά με το σύζυγό μου, να δούμε ένα ωραίο έργο. Κι έπρεπε να το αφήσουμε το παιδάκι μας στην αδερφή μου να το κρατήσει για ένα βράδυ.Και δεν ήθελε τότε ο μικρός μου να μ’ αποχωριστεί. Δεν ήθελε να πάει, δεν μπορούσε ν’ αντέξει, δεν καθόταν χωρίς εμένα.
Και αυτό το παιδάκι που δεν μπορούσε χωρίς εμένα, τώρα εμένα δε με θέλει. Θέλει όλους τους άλλους, τους φίλους,τους γνωστούς του,και δε θέλει εμένα. Που, κάποτε, δεν μπορούσε χωρίς εμένα.
Προτιμά να λείπει από κοντά μας, απ’ το σπίτι για ώρες και για μέρες. Η χαρά του είναι να λείπει, να φεύγει, να πηγαίνει αλλού. Και εγώ, πάτερ, πώς θ’ αντέξω; Πώς θα κάνω υπομονή να γυρίσει πίσω το παιδί μου; Περιμένω ν’ ακούσω το κλειδί στην πόρτα το βράδυ, να ‘ρθει, να ησυχάσω, να μπορέσω να κοιμηθώ. Και λέω “άντε να γυρίσει. Άντε να γυρίσει”. Κοιτάω το ρολόι και πάει εντεκάμισι, πάει δώδεκα, πάει δωδεκάμισι, πάει δυόμισι, πάει τρεις. Και μια φορά γύρισε τεσσερισήμισι το πρωί.
Κι εγώ περίμενα, περίμενα, περίμενα.
Υπομονή ατελείωτη. Τι θα κάνω; Τι να κάνω;
Δε μπορώ άλλο” “Τι να κάνεις; Να περιμένεις”....
“Πώς να περιμένω;” “Με πίστη. Μόνο με πίστη”.
Αν πιστεύεις στο Χριστό, θα περιμένεις.
Αν δεν πιστεύεις στο Χριστό, δεν μπορεί να περιμένεις. Γιατί μόνο ο άνθρωπος που ελπίζει στη θεϊκή επέμβαση και βοήθεια, περιμένει.
Ο άλλος κινείται ανθρώπινα και λέει “Θα κάνω τις δικές μου κινήσεις. Εγώ θα αναλάβω”.
Εσύ όμως, που τα δοκίμασες όλα τα δικά σου κι απογοητεύτηκες, και μετά από τόσα λάθη που έκανες, τώρα λες, “Μπα, δε βγαίνει τίποτα. Τα δικά μου τα δοκίμασα όλα. Έτρεξα, φώναξα, χτύπησα, έβρισα, μίλησα απότομα, το ‘πιασα απ’ το γιακά, το χαστούκισα, το κλείδωσα, έκανα πολλά. Και ξέρεις τι πέτυχα απ’ όλ’ αυτά; Απελπίστηκα.
Απελπίστηκα απ’ τον εαυτό μου.
Απελπίστηκα απ’ τις παιδαγωγικές μου πράξεις απ’ τις τεχνικές μου, απ’ τις τακτικές μου, απελπίστηκα απ’ τα λόγια μου.
Απελπίστηκα απ’ τον εαυτό μου. Τι να κάνω;”
Και ξέρεις τι έχω να σου πω αν απελπίστηκες;
Είσαι μακάριος. Διότι πέτυχες κάτι που άλλοι θ’ αργήσουν πολύ να καταλάβουν. Ποιο;
Ότι ο άνθρωπος μόνος του είναι μια απελπισία σκέτη. Είναι προνόμιο να έχεις απελπιστεί ως γονέας. Πρόσεξε τι θα πω, να το εξηγήσω: όταν απελπιστείς απ’ τον εαυτό σου,είναι η πιο γόνιμη και πιο κατάλληλη στιγμή να ελπίζεις στο Θεό σου.
Είναι ωραίο να απελπίζεσαι απ’ τον εαυτό σου.
Γιατί μόνο τότε στρέφεσαι στο Θεό.
πατήρ Νεκτάριος.

0 Σχόλια