Είς τό διάστημα τής εφημερίας του,τόν επεσκέφθη ένας ιερεύς άνευ ενορίας καί τόν παρακάλεσε νά συλλειτουργήσουν.Αυτός ώς καλός καί αγαθός,τόν δέχθηκε ολοψύχως. Αυτός όμως ο ιερεύς, τά συνεφώνησε μέ τούς τότε επιτρόπους τής εκκλησίας τού Αγίου Παντελεήμονος, τόν έδιωξαν καί τόν έστειλαν είς τήν εκκλησίαν τού Αγίου Ιωάννου τής οδού Βουλιαγμένης, τόν -Κυνηγόν-, όπως τόν έλεγαν τότε.
Αναταραγμός καί μαύρα σύννεφα, γέμισαν τήν ψυχή τού παπα-Νικόλα. Η αδικία έτσι κατάμουτρα καί περιφρονητικά, τού έφερε πόνο στήν καρδιά καί δάκρυα στά μάτια.Ηταν κάτι πού δέν τό είχε λογαριάσει ποτέ.Κι ούτε πού θά μπορούσε νά τό φαντασθεί, καθώς γνώριζε ότι όλοι τόν αγαπούσαν καί τού'δειχναν σεβασμό καί τιμή.
Ωστόσο δέν παραπονέθηκε σέ κανέναν.Πολύ περισσότερο δέν διαμαρτυρήθηκε, όσο κι άν από κείνη τήν μέρα καί μετά δέν μπορούσε νά ησυχάσει μέσα του. Τράβηξε κατ'έυθείαν στήν εικόνα τού Αγίου Παντελεήμονα καί γονάτισε.
-Σύ ξέρεις μόνο,μονολόγησε,Υστερα σκυφτός,μόνος,κρύβοντας τόν πόνο του,τράβηξε νά κλειστεί στό κελί του!..Πήγε νά τά πεί όλα σ'Εκείνον ψιθυριστά,γιά νά πάρει θάρρος καί νά συνεχίσει μέ υπομονή τό έργο του στήν καινούργια ενορία πού τού ανέθεσαν.
Ο Παπακαλόγερος Νικόλας Πλανάς. Ο Αγιος Ποιμένας.

0 Σχόλια