Ἐκεῖ ποὺ ζούσανε οἱ γιαγιάδες μας καὶ οἱ παπποῦδες μας… Εκεῖ στὰ ταπεινά,ἐκεῖ στὰ στερημένα,ἐκεῖ μὲ τὰ μετρημένα κουκιά,ἦταν καὶ τὰ πλούσια…Ἦταν καὶ τὰ τίμια κι ἀνεκτίμητακαὶ δυσεύρετα πιά:ἡ ἀγάπη ἡ ἀληθινή·ἡ φιλοξενία ἡ καρδιακή·οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ ἕνα πρόσωπο,μὲ τὰ ἴσια λόγια,μὲ τὴν ἀνοιχτὴ καρδιά.Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!Ἐπιστρέφουμε στὴ Ζωὴ τὴν αὐθεντική.Στῶν ἀθάνατων πατεράδων τὴ ζωὴκαὶ τῶν ἁγίων προπαππούδων μας.Ἐκεῖ ποὺ ἡ στέρηση, ἡ θυσία, κι ὁ θάνατοςἦταν ἐπιλογή σου.Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἕνα δωμάτιοκαὶ φιλοξενοῦσαν δώδεκα νοματαίους.Εἶχαν ἕνα ψωμὶκαὶ τὸ μοιράζονταν μὲ τὰ παιδιὰ τῆς γειτόνισσας.Εἶχαν ἕνα φορτίο ξύλακαὶ τὸ μοιράζονταν μὲ τὸν ἐχθρό τους.Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἕνα ποτήρι λάδιΠᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ Πίσω;καὶ τὸ φυλάγανε γιὰ τὸ καντήλι.Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποιἔχτιζαν πρῶτα τὶς ἐκκλησιὲςκαὶ μετὰ τὰ σπίτια τους.Ἔστηναν πρῶτα τὰ εἰκονίσματακαὶ μετὰ τὶς φωτογραφίες τους.Ἐκεῖ ποὺ ἔβρεχε εὐλογίες.Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!Ἐκεῖ, στὸ κατώι τοῦ παπποῦ τοῦ Γιώργουποὺ τὸ κιούπι τοῦ λαδιοῦτὸ ξαναγέμιζαν Ἄγγελοι!Ἐκεῖ ποὺ οἱ πατεράδες μαςβάζανε στὴν τσέπη μιὰ δραχμὴκι ἔβγαζαν δύο!Γιατὶ δανείζαν στὸν φτωχό,γιατὶ δανείζαν στὸν Θεὸκαὶ ὁ Θεὸς τ’ ἀβγάτιζε.Ἐκεῖ ποὺ ἡ κυρα-Δόμνα δὲ φοβότανενὰ τρῶνε ἀπ᾽ τὸ ἴδιο πιάτο τὰ παιδιά τηςκαὶ τοῦ δρόμου τὰ ὀρφανά,ποὺ εἶχαν προσβληθεῖ ἀπὸ τύφο.Πᾶμε μὲ σπουδὴ πρὸς τὰ Πίσω!Ἐκεῖ ποὺ ἀρρωστήσανε ἀπὸ τύφοὅλα τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς,ἐκτὸς ἀπ᾽ τὰ παιδιὰ τῆς Δόμνας!Ἐκεῖ ποὺ ἡ κυρα-Σοφία ἡ μανάβισσαἄφησε στὸ σοφρὰ τῆς χήρας κυρα-Ἄνναςτριάντα χρυσὲς λίρες,γιὰ νὰ τελειώσει τὸ σπίτι ποὺ ἔχτιζε.Ἐκεῖ ποὺ ἡ χήρα κυρα-Ἄνναμοιραζόταν τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν τηςμὲ τὴν ἐγκαταλειμμένη κυρα-ΕὐθαλίαἘκεῖ ποὺ κάθε φθινόπωροοἱ παπποῦδες μας γέμιζαν τὸ κάρομὲ ἀλεύρι καὶ λάδι καὶ σταφίδες καὶ κρασὶκαὶ τὰ πήγαιναν στὰ Μοναστήρια τῆς περιοχῆς.Γιατὶ ἤξεραν πώς,ἂν τὸ Μοναστήρι εἶναι καλά,θἆναι καλὰ ὅλοι τους.Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι τιμοῦσαν τὸ στεφάνι τους.Ἐκεῖ ποὺ οἱ γυναῖκες ὕφαιναν χρυσὰ παπλώματακαὶ σκέπαζαν τοὺς ἁμαρτάνοντες.Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποιεἶχαν κλειστὰ στόματαἕως θανάτουκαὶ γι᾽ αὐτὸ εὐωδιάζαν τὰ ὀστά τουςμετὰ θάνατον!Ἐκεῖ ποὺ ζῶντες καὶ νεκροὶ εἶχαν στὸν ἥλιο μοίρα.Εἴχανε πρόσφορο.Εἶχαν καντήλι.Εἶχαν σαρανταλείτουργα.Εἶχαν μερίδα στὴν Προσκομιδή…Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!Ἤτανε διαπίστωσηκι ἔγινε προτροπή!Γιατί ἀργοῦμε τόσο;Τί περιμένουμε;Πόσους δεκαπεντάχρονους ναρκομανεῖς,πόσους ἐνήλικες ναυαγισμένους,πόσους νεκροὺς ἀκόμα νὰ θρηνήσουμε;Πόσους θανάτους νὰ ὑποστοῦμε;Ἡ ὄπισθεν,σωτήριος μονόδρομος πιά!Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ Πίσω;Πρὶν φᾶμε κι ἄλλα ραδιενεργὰ ἀπόβλητατοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ μας.Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!Στὸν ἀέρα τὸν καθαρό,ποὺ μυρίζει λιβάνι….Στὰ νερὰ τὰ ἁγιασμέναἀπὸ τὰ Θεοφάνια…Στὶς πόρτες τὶς ἀσφαλισμένεςμὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦἀπ᾽ τὴ λαμπάδα τῆς Ἀνάστασης.Στὶς ἀναμμένες σόμπες τῆς Ἐκκλησίας:στὸν παππα-Νικόλα τὸν Πλανᾶ,στὸν παππα-Δημήτρη τὸν Γκαγκαστάθη,στὸν πατέρα Ἀθανάσιο τὸν Χαμακιώτη,στὸν πατέρα Εὐσέβιο τὸν Ματθόπουλο,στὸν πατέρα Νικηφόρο τὸν λεπρό,στὸν πατέρα Σωφρόνιο,στὸν ἅγιο Ἄνθιμο τῆς Χίου,στὸν ἅγιο Σάββα τῆς Καλύμνου,στὸν γερο-Ἐφραίμ,στὸν γερο-Ἰάκωβο,στὸν γερο-Παΐσιο,στὸν γερο-Πορφύριο.Στῆς Μικρασιάτισσας γιαγιᾶς τὸ εἰκονοστάσι,στὰ παλιὰ εἰκονίσματα τοῦ Χριστοῦκαὶ τῆς Θεοτόκου.Στὴν Ἐκκλησία…Ἐκεῖ ποὺ οἱ πατεράδες μας,εἰρηνικοὶ καὶ κοινωνημένοι,ἀπὸ τὸ πετραχήλι τοῦ παππᾶπερνοῦσαν στὸν Παράδεισο!Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!Ἤτανε διαπίστωση κι ἔγινε εὐχή!(Απόσπασμα από το βιβλίο “Σε καιρούς χαλεπούς”της Μ. Μουρζά)
Ἐκεῖ ποὺ ζούσανε οἱ γιαγιάδες μας καὶ οἱ παπποῦδες μας…
Εκεῖ στὰ ταπεινά,
ἐκεῖ στὰ στερημένα,
ἐκεῖ μὲ τὰ μετρημένα κουκιά,
ἦταν καὶ τὰ πλούσια…
Ἦταν καὶ τὰ τίμια κι ἀνεκτίμητα
καὶ δυσεύρετα πιά:
ἡ ἀγάπη ἡ ἀληθινή·
ἡ φιλοξενία ἡ καρδιακή·
οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ ἕνα πρόσωπο,
μὲ τὰ ἴσια λόγια,
μὲ τὴν ἀνοιχτὴ καρδιά.
Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!
Ἐπιστρέφουμε στὴ Ζωὴ τὴν αὐθεντική.
Στῶν ἀθάνατων πατεράδων τὴ ζωὴ
καὶ τῶν ἁγίων προπαππούδων μας.
Ἐκεῖ ποὺ ἡ στέρηση, ἡ θυσία, κι ὁ θάνατος
ἦταν ἐπιλογή σου.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἕνα δωμάτιο
καὶ φιλοξενοῦσαν δώδεκα νοματαίους.
Εἶχαν ἕνα ψωμὶ
καὶ τὸ μοιράζονταν μὲ τὰ παιδιὰ τῆς γειτόνισσας.
Εἶχαν ἕνα φορτίο ξύλα
καὶ τὸ μοιράζονταν μὲ τὸν ἐχθρό τους.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἕνα ποτήρι λάδι
Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ Πίσω;
καὶ τὸ φυλάγανε γιὰ τὸ καντήλι.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι
ἔχτιζαν πρῶτα τὶς ἐκκλησιὲς
καὶ μετὰ τὰ σπίτια τους.
Ἔστηναν πρῶτα τὰ εἰκονίσματα
καὶ μετὰ τὶς φωτογραφίες τους.
Ἐκεῖ ποὺ ἔβρεχε εὐλογίες.
Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!
Ἐκεῖ, στὸ κατώι τοῦ παπποῦ τοῦ Γιώργου
ποὺ τὸ κιούπι τοῦ λαδιοῦ
τὸ ξαναγέμιζαν Ἄγγελοι!
Ἐκεῖ ποὺ οἱ πατεράδες μας
βάζανε στὴν τσέπη μιὰ δραχμὴ
κι ἔβγαζαν δύο!
Γιατὶ δανείζαν στὸν φτωχό,
γιατὶ δανείζαν στὸν Θεὸ
καὶ ὁ Θεὸς τ’ ἀβγάτιζε.
Ἐκεῖ ποὺ ἡ κυρα-Δόμνα δὲ φοβότανε
νὰ τρῶνε ἀπ᾽ τὸ ἴδιο πιάτο τὰ παιδιά της
καὶ τοῦ δρόμου τὰ ὀρφανά,
ποὺ εἶχαν προσβληθεῖ ἀπὸ τύφο.
Πᾶμε μὲ σπουδὴ πρὸς τὰ Πίσω!
Ἐκεῖ ποὺ ἀρρωστήσανε ἀπὸ τύφο
ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς,
ἐκτὸς ἀπ᾽ τὰ παιδιὰ τῆς Δόμνας!
Ἐκεῖ ποὺ ἡ κυρα-Σοφία ἡ μανάβισσα
ἄφησε στὸ σοφρὰ τῆς χήρας κυρα-Ἄννας
τριάντα χρυσὲς λίρες,
γιὰ νὰ τελειώσει τὸ σπίτι ποὺ ἔχτιζε.
Ἐκεῖ ποὺ ἡ χήρα κυρα-Ἄννα
μοιραζόταν τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν της
μὲ τὴν ἐγκαταλειμμένη κυρα-Εὐθαλία
Ἐκεῖ ποὺ κάθε φθινόπωρο
οἱ παπποῦδες μας γέμιζαν τὸ κάρο
μὲ ἀλεύρι καὶ λάδι καὶ σταφίδες καὶ κρασὶ
καὶ τὰ πήγαιναν στὰ Μοναστήρια τῆς περιοχῆς.
Γιατὶ ἤξεραν πώς,
ἂν τὸ Μοναστήρι εἶναι καλά,
θἆναι καλὰ ὅλοι τους.
Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!
Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι τιμοῦσαν τὸ στεφάνι τους.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ γυναῖκες ὕφαιναν χρυσὰ παπλώματα
καὶ σκέπαζαν τοὺς ἁμαρτάνοντες.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι
εἶχαν κλειστὰ στόματα
ἕως θανάτου
καὶ γι᾽ αὐτὸ εὐωδιάζαν τὰ ὀστά τους
μετὰ θάνατον!
Ἐκεῖ ποὺ ζῶντες καὶ νεκροὶ εἶχαν στὸν ἥλιο μοίρα.
Εἴχανε πρόσφορο.
Εἶχαν καντήλι.
Εἶχαν σαρανταλείτουργα.
Εἶχαν μερίδα στὴν Προσκομιδή…
Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!
Ἤτανε διαπίστωση
κι ἔγινε προτροπή!
Γιατί ἀργοῦμε τόσο;
Τί περιμένουμε;
Πόσους δεκαπεντάχρονους ναρκομανεῖς,
πόσους ἐνήλικες ναυαγισμένους,
πόσους νεκροὺς ἀκόμα νὰ θρηνήσουμε;
Πόσους θανάτους νὰ ὑποστοῦμε;
Ἡ ὄπισθεν,
σωτήριος μονόδρομος πιά!
Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ Πίσω;
Πρὶν φᾶμε κι ἄλλα ραδιενεργὰ ἀπόβλητα
τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ μας.
Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!
Στὸν ἀέρα τὸν καθαρό,
ποὺ μυρίζει λιβάνι….
Στὰ νερὰ τὰ ἁγιασμένα
ἀπὸ τὰ Θεοφάνια…
Στὶς πόρτες τὶς ἀσφαλισμένες
μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ
ἀπ᾽ τὴ λαμπάδα τῆς Ἀνάστασης.
Στὶς ἀναμμένες σόμπες τῆς Ἐκκλησίας:
στὸν παππα-Νικόλα τὸν Πλανᾶ,
στὸν παππα-Δημήτρη τὸν Γκαγκαστάθη,
στὸν πατέρα Ἀθανάσιο τὸν Χαμακιώτη,
στὸν πατέρα Εὐσέβιο τὸν Ματθόπουλο,
στὸν πατέρα Νικηφόρο τὸν λεπρό,
στὸν πατέρα Σωφρόνιο,
στὸν ἅγιο Ἄνθιμο τῆς Χίου,
στὸν ἅγιο Σάββα τῆς Καλύμνου,
στὸν γερο-Ἐφραίμ,
στὸν γερο-Ἰάκωβο,
στὸν γερο-Παΐσιο,
στὸν γερο-Πορφύριο.
Στῆς Μικρασιάτισσας γιαγιᾶς τὸ εἰκονοστάσι,
στὰ παλιὰ εἰκονίσματα τοῦ Χριστοῦ
καὶ τῆς Θεοτόκου.
Στὴν Ἐκκλησία…
Ἐκεῖ ποὺ οἱ πατεράδες μας,
εἰρηνικοὶ καὶ κοινωνημένοι,
ἀπὸ τὸ πετραχήλι τοῦ παππᾶ
περνοῦσαν στὸν Παράδεισο!
Πᾶμε ὁλοταχῶς πρὸς τὰ «Πίσω»!
Ἤτανε διαπίστωση
κι ἔγινε εὐχή!
(Απόσπασμα από το βιβλίο “Σε καιρούς χαλεπούς”
της Μ. Μουρζά)

0 Σχόλια