Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ ΕΞΩ ΒΑΛΕΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟΝ !!! ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΤΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ !!!

 Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ ΕΞΩ ΒΑΛΕΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟΝ !!!

Στο νησάκι της Σπιναλόγκας, που άλλοι το αποκαλούσαν «το νησί των ζωντανών νεκρών», κι άλλοι «το νησί των δακρύων», από το 1904 έως το 1957 ζούσαν οι λεπροί, άνθρωποι απομονωμένοι, πληγωμένοι από τον έξω κόσμο, περιφρονημένοι.. Μόνη τους παρηγοριά οι Άγιοι ιατροί και παρηγορητές τους, ο Άγιος Γεώργιος κι ο Άγιος Παντελεήμονας, κι η καμπάνα της μικρής Εκκλησίας τους που άλλοτε κτυπούσε χαρμόσυνα για να καλέσει σε προσευχή και άλλοτε πένθιμα για να αποχαιρετήσει έναν από τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί με την ελπίδα εξεύρεσης του φαρμάκου. Πολλοί ασθενείς έλεγαν, βλέποντας απέναντι στην στεριά, το τροπάριο της Εκκλησίας: “Εκάθισεν Αδάμ απέναντι του Παραδείσου καί την ιδίαν γύμνωσιν ιδών ωδύρετο”. Ο γιατρός Γεώργιος Παπαγεωργίου, που επισκέφτηκε το νησί γράφει, «Η ζωή τριάντα ασθενών είναι μια αληθινή τραγωδία. Είναι τριάντα μελλοθάνατοι, που σπαρταρούν στα θλιβερά κρεβάτια τους χωρίς γιατρό και φάρμακα… Μόλις πάτησα το πόδι μου στον τάφο αυτό των ζωντανών, μου φώναζαν κλαίοντας: Γιατρέ, είμαστε εγκαταλελειμμένοι από το κράτος και την κοινωνία. Πεθαίνουμε σα δηλητηριασμένα σκυλιά και γιατρό έχουμε να δούμε τώρα και ένα χρόνο. Το νερό που πίνουμε μαζεύεται μέσα σε στέρνες και, καθώς το τραβάμε με τον κουβά, πέφτουν μέσα τα δάκτυλά μας. Πίνουμε το αίμα μας, το πύο μας και τρώμε τις σάρκες μας. Γιατί δεν μεριμνούν για την απολύμανση του νερού; (…). Οι ασθενείς συνάνθρωποί μας χρειάζονται αμέσως ρούχα, τρόφιμα, φάρμακα, γιατρούς και στοργή».Στις 13 Οκτωβρίου του 1904, επιβιβάσθηκαν στο νησί οι πρώτοι ασθενείς. Ο τότε επίσκοπος Πέτρας καί μετέπειτα Μητροπολίτης Κρήτης Τίτος, πήγε στην Σπιναλόγκα και φρόντισε να ανακαινισθή ο ναός του Αγίου Παντελεήμονος και έκανε τα εγκαίνιά του. Στο τέλος, είπε στους παρευρισκομένους: “Τα εγκαίνια έγιναν, αλλά θα βρούμε ιερέα;” Τότε σηκώθηκε ο παπα-Μανώλης Ψαράκης, εφημέριος στην Νεάπολη, και τού είπε: “Εγώ, Θεοφιλέστατε, εγκαταλείπω την ενορία μου στην Νεάπολη, γιά να βοηθήσω, διακονώντας εις το εξής τους δυστυχείς συνανθρώπους μας”. Υπηρέτησε τους ασθενείς εκεί με ζήλο και αυταπάρνηση συνεχώς επί 21 ολόκληρα χρόνια. Ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης** γράφει: “Μιά Κυριακή, πηγαίνοντας γιά την Λειτουργία του στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος, ο παπα-Μανώλης Ψαράκης είδε σημείο στα άμφιά του και μετά το τέλος της Λειτουργίας είπε στους εκκλησιαζομένους ότι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και ότι είναι η τελευταία Λειτουργία πού επιτελεί και ζήτησε να συγκεντρωθούν την επομένη το πρωΐ όλοι οι άρρωστοι στην εκκλησία. Πράγματι την επομένη συγκεντρώθηκαν και κλαίγοντας έψαλαν μιά Παράκληση, διαβάστηκε μιά Συγχωρητική Ευχή και ζήτησε από όλους συγχώρηση. Τους ευλόγησε και με λυγμούς τον συνόδευσαν μέχρι την αποβάθρα. Την επομένη Κυριακή το μεσημέρι παρέδωσε το πνεύμα του στον Χριστό. Ας είναι η μνήμη του αιωνία! Είμαι βέβαιος περί της ανταμοιβής του στον ουρανό”. Μετά τον θάνατο του παπα-Μανώλη τοποθετήθηκε οικειοθελώς ο υπέργηρος πατήρ Νέστωρ, τον οποίον διαδέχθηκε μέσα σε ένα χρόνο ο πατήρ Νίκανδρος, αδελφοί όλοι της Ιεράς Μονής Αρετίου. Ο πατήρ Νικόδημος υπηρέτησε εκεί γιά μερικά χρόνια. Τον διαδέχθηκε ο πατήρ Ανδρόνικος, πού υπηρέτησε μέχρι το 1935. Τότε κατέφθασε από το Άγιον Όρος ο ιερομόναχος Μελέτιος Βουργούρης. Παρέμεινε στην Σπιναλόγκα 13 ολόκληρα χρόνια και δεν τους εγκατέλειψε ούτε καί κατά τα χρόνια της Κατοχής, όπου η πείνα προκάλεσε τον θάνατο 100 περίπου ασθενών “συγκακουχούμενος” μαζί τους. Το 1948, εκπληρώνοντας παλιό του τάμα, πήγε στους Αγίους Τόπους και έμεινε στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου μέχρι το τέλος της ζωής του. Μετά ανέλαβε εφημέριος ο ιερομόναχος Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης από την Ιερά Μονή Φανερωμένης Τομπλού Σητείας, ο οποίος υπήρξε και ο τελευταίος εφημέριος της Σπιναλόγκας. Άνθρωπος ασκητικός, λιτοδίαιτος, ελεήμων, ανεξίκακος. Ο π. Χρύσανθος όταν προσευχόταν και λειτουργούσε, παρακαλούσε τον Κύριο λέγοντας: «Θυμήσου Κύριε, τη Σπιναλόγκα τη δική Σου γη». Ο πόθος να την επισκεφθεί μεγάλος, ο πόνος του γι’ αυτούς τους ανθρώπους μεγαλύτερος, τα δάκρυα της προσευχής του καυτά για να φανερωθεί η Ζωή σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Οι προσευχές του εισακούστηκαν από τον Κύριό μας. Όταν άκουσε πως ζητούσαν παπά για την Σπιναλόγκα, πήγε και έβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο της Μονής και ζήτησε να πάει αυτός. Και η Μητρόπολη τον διόρισε τακτικό εφημέριο του νησιού. Ο μετέπειτα ηγούμενος της Μονής του, ιερομόναχος Τιμόθεος είπε : «Οι μοναχοί της μονής θαυμάζαμε τον Χρύσανθο για την απόφασή του, απόφαση αυταπάρνησης, να πάει στη Σπιναλόγκα ως αναπληρωτής του ιερομονάχου Μελετίου. Την ημέρα της αναχώρησής του τελέσαμε Θεία Λειτουργία. Τον κατευοδώσαμε δε με πολλή συγκίνηση και υπερηφάνεια, γιατί ο ιερομόναχος της μονής μας θα είναι εφημέριος στη Σπιναλόγκα». Καθώς έφτασε στο νησί, στην είσοδο διάβασε μια πινακίδα που έλεγε : «Ο εισερχόμενος να αποθέσει κάθε ελπίδα». Διηγείται ο π. Φιλόθεος Σπανουδάκης, Ηγούμενος της Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής-Τοπλού από το 1969: «Ήταν το 1947, πήγε χτύπησε την καμπάνα για τον Εσπερινό. Την άλλη μέρα ξημέρωνε Κυριακή της Ορθοδοξίας… εξομολόγησε αρκετούς ασθενείς που περίεργοι πήγαν να δούν τον νέο τους παπά. Την άλλη μέρα, μεγάλη μέρα Κυριακή της Ορθοδοξίας – στην αρχή της Σαρακοστής, λειτούργησε και στο τέλος βγήκε στην Ωραία Πύλη να μεταδώσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κρατώντας τ’ Άγιο Δισκοπότηρο κάλεσε τους Χριστιανούς να προσέλθουν και να μεταλάβουν τον Χριστό. Κανείς δεν κουνήθηκε από την θέση του… Επέμεινε ο παπάς και τότε ένας δύο στην αρχή διστακτικοί και μετά όλοι μαζί πήγαν να κοινωνήσουν. Αφού απολειτούργησε, και έδωσε το αντίδωρο, με τα χέρια του τ’ αγιασμένα, έβαλε δι ευχών και μπήκε στ’ Άγιο Βήμα… την ώρα που κατέλυε το Χριστό, με την άκρη του ματιού του είδε μερικά κεφάλια από το παραπόρτι του Ιερού να τον κοιτούν έκπληκτα. Ήταν οι λεπροί, που δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ο παπάς, έπινε από το ίδιο ποτήρι που είχαν πιει και αυτοί. Συγκλονίστηκαν. Ο παπά Χρύσανθος ήρεμος και πράος, τέλειωσε το υπούργημα του και βγήκε από το Ιερό. Μόλις βγήκε από τ’ Άγιο Βήμα, έπεσαν στην αγκαλιά του οι λεπροί με δάκρυα στα αυλακωμένα από την αρρώστια πρόσωπα τους, του φιλούσαν τα χέρια και κλαίγανε όλοι μαζί… Έκπληκτος τώρα ο παπάς για την εκδήλωση αυτής της αγάπης τους, ρώτησε να μάθει τι είχαν πάθει. Τότε του είπαν το εξής: Ο προηγούμενος παπάς, φοβούμενος μην κολλήσει την αρρώστια, είχε ένα ξεχωριστό Άγιο Ποτήριο να κοινωνεί τους αρρώστους. Αυτό που κράταγε ο Χρύσανθος όταν βγήκε στην ωραία Πύλη, ήταν το Ποτήριο που κοινωνούσε μόνο ο παπάς. Όταν το είδαν στα χέρια του δεν έκαμαν βήμα, έχοντας στο νου τους πως γινόταν στον προηγούμενο παπά τους. Έπρεπε να κοινωνήσουν από άλλο Ποτήριο. Όταν λοιπόν τους “έπεισε” ο παπά Χρύσανθος να μεταλάβουν, μπήκαν με τρόπο στο Ιερό να δουν τι θα κάνει την Θεία Κοινωνία. Βλέποντας τον να καταλύει από το ίδιο Άγιο Ποτήριο νιώσαν την Ανάσταση στην ψυχή τους. Για αυτούς εκείνη η μέρα πρώτη βδομάδα της Σαρακοστής ήταν Πάσχα…. Το 1957 η Σπιναλόγκα έκλεισε. Είχε βρεθεί πλέον το φάρμακο να σωθούν ζωές. Ο παπάς έμεινε εκεί μέχρι να φύγει και ο τελευταίος. Υγιής απόλυτα ο ίδιος, το σπίτι του θανάτου το έκαμε σπίτι του. Έφυγε το 1963, τελευταίος απ’ όλους για να επιστρέψει στο Μοναστηράκι του. Στο απάνεμο λιμανάκι που τον μεγάλωσε στην Κυρά Παναγιά την Ακρωτηριανή. Η νηστεία του ήταν απαράμιλλη. Όλη την Σαρακοστή, κρατούσε με ένα ρόφημα από τα μυρίπνοα βοτάνια της Κρήτης και λίγα χόρτα. Κρέας δεν έφαγε ποτέ στην ζωή του. Στην τράπεζα της Μονής κατέβαινε μονάχα το Σαββάτο και την Κυριακή και σε όλη του την ζωή ποτέ δεν έφαγε βράδυ. Μία φορά την ημέρα έτρωγε το μεσημέρι. Τις άλλες μέρες προσευχόμενος με αυστηρή νηστεία και περισυλλογή, έμενε στο φτωχικό κελί του. Δεν είχε τίποτε δικό του… Κοιμήθηκε στίς 3 Απριλίου 1972 σε ηλικία 82 ετών τάφηκε  στη Μονή Τοπλού. 

(π. Θωμάς Ανδρέου)

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια