ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΤΙΣΗ

     
     
Ο Κύπριος προσκυνητής Μ.Σ,διηγείται: -Είχε έλθει μία ομάδα Κυπρίων στήν Παναγούδα γιά νά δεί τόν Γέροντα.Τούς είπε νά πάρουν λουκούμια.Μόλις άνοιξαν τό καπάκι,έκαναν ένα μορφασμό,κοιτάχθηκαν καί μουρμούρισαν.Τό κουτί ήταν γεμάτο-λίμπουρους-(τά μυρμήγκια στά Κυπριακά).Φαίνεται κάποιος προσκυνητής δέν έκλεισε καλά τό καπάκι καί γέμισε μυρμήγκια,άν καί ο Γέροντας είχε γράψει πάνω στό καπάκι,νά κλείνουν τό κουτί. Ηταν τόσα πολλά,ώστε είχαν μαυρίσει τά λουκούμια καί δέν φαίνονταν.
Ο Γέροντας,μόλις κατάλαβε τί είχε συμβεί,έρριξε μία ματιά στό κουτί καί αμέσως μέ φυσικότητα πήρε ένα λουκούμι,τό άφησε πιό πέρα καί μέ στοργή αλλά καί μέ σοβαρότητα αλλά κάπως επιτακτικά,είπε πρός τά μυρμήγκια:- Αυτό είναι δικό σας.Πηγαίνετε νά φάτε καί αφήστε τά άλλα νά τά πάρουν οί άνθρωποι.
Τό εκπληκτικό είναι ότι τά μυρμήγκια έκαναν υπακοή, βγήκαν όλα απ τό κουτί καί μαζεύτηκαν νά φάνε τό δικό τους λουκούμι.
Μαρτυρία μοναχού Αλυπίου Αγιαννανίτου:-Γνώριζα τόν Γέροντα από τήν ηλικία τών δεκαπέντε ετών. Μέ τήν χάρι Τού Θεού έγινα μοναχός στήν Ι.Μ.Κουτλουμουσίου. Πήγαινα καί τόν έβλεπα πολύ τακτικά. Ακουγα γιά τά θαύματά του καί μού είχε γεννηθεί η επιθυμία,νά δώ ένα θαύμα του.Γιά ένα μήνα περίπου,είχα αυτόν τόν λογισμό.
Ενα χειμωνιάτικο πρωϊνό,αρχές Νοεμβρίου,πήγα νά τόν δώ καί τόν βρήκα νά πλένει τά χέρια του,έξω στό βαρελάκι.Ηταν μόνος.Ανοιξε καί μού είπε νά περιμένω. Πήρε πίσω απ τό βαρέλι,ένα αλουμινόχαρτο,όπου μέσα είχε ψίχουλα, τό άνοιξε καί κοίταξε πρός τόν ουρανό. Ενώ δέν υπήρχε κανένα πουλί,αμέσως μαζεύτηκαν σμήνη ολόκληρα. Πού βρέθηκαν ξαφνικά τόσα πουλιά !
Αλλα κάθονταν στό κεφάλι του,άλλα στούς ώμους καί στά χέρια του κι αυτός τά τάϊζε. Βλέποντας αυτό τό θέαμα,μέ κατάλαβε αμηχανία,χτυπούσε γρήγορα η καρδιά μου από συγκίνηση καί γελούσα αμήχανα. Ο Γέροντας χαμογελώντας έλεγε στά πουλιά:- Πάτε καί σ'αυτόν.- Τούς μιλούσε σάν νά'ταν άνθρωποι. Σέ ένα πού καθόταν στό χέρι του,έλεγε:-Πήγαινε καί σ'αυτόν,δικός μας είναι.  
Αυτό διήρκεσε δύο λεπτά περίπου.Τέλος ο Γέροντας δίπλωσε τό αλουμινόχαρτο καί τά πουλιά εξαφανίστηκαν. Ημουν σαστισμένος καί τόν κοίταζα. -Πήγαινε τώρα, μού είπε.

Βίος 
Γέροντος Παϊσίου 
τού Αγιορείτου. 
Αγιον Ορος.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια