Ο ΛΥΠΗΜΕΝΟΣ ΧΑΡΗΚΕ, Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ ΔΙΟΡΘΩΘΗΚΕ, Ο ΑΙΤΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΝΤΡΟΠΙΑΣΤΗΚΕ ΚΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΟΞΑΣΤΗΚΕ.


 
Κάποτε (936 μΧ ),έστειλαν έναν άνθρωπο,σάν απεσταλμένο άρχοντος,νά πάει στήν Γαλλία γιά υπηρεσία.Είχε μαζί του πολλά χρήματα για τόν σκοπό αυτόν. Αλλά όταν έφθασε στήν Κόρινθο,τά χρήματα πού είχε γιά νά ξοδέψει,γιά τίς δουλειές τού αφέντη του,εξαφανίστηκαν,χωρίς νά ξέρει κανείς,ποιός τά έκλεψε καί πώς.Αμέσως ο άρχοντας έστειλε παντού ανθρώπους,νά ερευνήσουν γιά νά τά εύρουν.Επιασαν όλους τούς ύποπτους καί τούς εξέταζαν.Αλλά ματαίως.Δέν υπήρχε ελπίδα νά βρεθούν. Ο άνθρωπος τού βασιλιά,λυπόταν πολύ κι εκινδύνευε νά πεθάνει από τήν θλίψη του.Οί άνθρωποι τής Πολιτείας τόν παρηγορούσαν μέ διάφορους τρόπους. Μεταξύ τών άλλων,τού έλεγαν,νά ελπίζει στόν Θεό,Ο οποίος πολλές φορές δίνει διέξοδο στίς απορίες μας. Μέ όλα αυτά προσπαθούσαν νά τόν συνεφέρουν από τήν άμετρη θλίψη του,γιά νά μήν πάθει κανένα κακό.Ενας από αυτούς ,σηκώθηκε στή μέση καί είπε:- Αυτήν τήν κλοπή,άλλος κανείς δέν μπορεί νά φανερώσει παρα μόνο ο Λουκάς,ό οποίος λάμπει στούς καιρούς μας,κάνοντας πολλά θαύματα. Ολοι οί άλλοι εβεβαίωσαν τά λόγια του καί επαινούσαν τόν Οσιο. Τότε ο άνθρωπος τού βασιλέα,όταν άκουσε όλα αυτά, άρχισε νά ελπίζει καί στάθηκε η ψυχή του. Αμέσως έστειλε ανθρώπους στόν Οσιο,νά τόν παρακαλέσουν νά έλθει κοντά του. Ο Οσιος όμως δέν ήθελε νά πάει, γιά νά αποφύγει τήν δόξα τών ανθρώπων.Οταν όμως έμαθε,σέ ποιάν κατάσταση βρισκόταν ο άνθρωπος από τήν λύπη του, τόν συμπόνεσε καί ακολούθησε τούς απεσταλμένους. Οταν μπήκε στό σπίτι,τόν προϋπάντησε ο άνθρωπος μέ τιμή καί τού ζήτησε συγνώμην, διότι έπρεπε αυτός μόνος του,νά πάει νά τόν φέρει,αλλά δέν μπορούσε. Υστερα τού είπε,γιά τήν κλοπή τών χρημάτων. Ο Οσιος Λουκάς,γιά νά καταπαύσει λίγο τήν λύπη τής ψυχής του καί γιά νά δώσει καλές αρχές χαράς σ'αυτόν είπε: -Ας δώσουμε πρός τό παρόν τό χρέος πού οφείλομεν στήν όρεξή μας,νά συνευφρανθώμεν μεταξύ μας καί δυνατός είναι Ο Θεός,ο οποίος μάς επότισε κρασί λύπης,νά μάς ποτίσει καί κρασί χαράς καί ευφροσύνης. Ο άνθρωπος, δέχθηκε μέ χαρά τά λόγια τού Οσίου καί πρόσταξε τούς δούλους του,νά ετοιμάσουν τράπεζαν. Αφού λοιπόν έφαγαν αρκετά,συγχρόνως μελετούσαν καί τίς ευεργεσίες Τού Θεού, έξαφνα ο Οσιος εσήκωσε τά μάτια του καί κοιτάζοντας έναν από τούς δούλους πού παραστέκονταν στό τραπέζι,τόν κάλεσε νά πάει κοντά του. Οταν δέ εκείνος πλησίασε τού είπε: -Γιατί θέλησες νά προξενήσεις θάνατον στόν εαυτόν σου καί κίνδυνον στόν αφέντη σου; Γιατί τόλμησες νά κλέψεις χρήματα βασιλικά; Πήγαινε γρήγορα νά τά φέρεις, άν θέλεις νά πάρεις έλεος καί συγχώρηση. Καθώς άκουσε τά λόγια αυτά ό υπηρέτης έμεινεν άφωνος,διότι τόν έλεγχε καί η συνείδησή του. Πέφτοντας λοιπόν στά πόδια τού Οσίου,ζήτησε συγχώρηση,αφού εξωμολογήθηκε τήν αμαρτία του. Αμέσως πήγε κι έφερε όλα τά χρήματα,ενώπιον όλων. Πόσα καλά ακολούθησαν σ'αυτό τό θαύμα τού Οσίου: Ο λυπημένος χάρηκε, ο αμαρτωλός διορθώθηκε, τό έργον τού σατανά φανερώθηκε. Ο διάβολος, ό αίτιος παντός κακού,καταντροπιάστηκε καί Ο Χριστός, διά μέσω τού δούλου του δοξάστηκε !!! 

Ο Οσιος Λουκάς Λεβαδείας. 

αρχ. Χαραλαμπος Δ. Βασιλόπουλος.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια