
Γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου του 354 στην Ταγάστη της Νουμιδίας (σημερινή Αλγερία). Ο πατέρας του ονομάζεται Πατρίκιος, η μητέρα του ονομάζεται Μόνικα. Η Μόνικα ήταν ευσεβής αλλά ο πατέρας του ειδωλολάτρης και ζούσε ζωή έκλυτη, μακρυά από τον Θεό. Tο ίδιο παρότρυνε και τον γιό του να κάνει, παράλληλα όμως ζητούσε και να συνεχίσει τις σπουδές του. Πράγματι ο Αυγουστίνος πήγε στην γειτονική πόλη Μάλδαβα για να προχωρήσει τις σπουδές του. Εκεί όμως δεν άργησε να παραστρατήσει. Άρχισε μαζί με τις σπουδές να ξενυχτάει, άρχισε να γυρνάει με διάφορες κοπέλες, πότε με την μια και πότε με την άλλη. Ζούσε μια ζωή ανήθικη και διεφθαρμένη.
Στα 18 του χρόνια απέκτησε το πρώτο του εξώγαμο παιδί. Κάποια από τις πολλές γυναίκες που ζούσαν κατά καιρούς μαζί του έμεινε έγκυος και έτσι ο Αυγουστίνος βρέθηκε ξαφνικά με μια παράνομη γυναίκα και ένα εξώγαμο παιδί. Επέστρεψε πίσω στο σπίτι του. Η μητέρα του θρηνούσε. Θρηνούσε και έκλαιγε η Μόνικα βλέποντας την κατάντια του παιδιού της. Τον έβλεπε να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον δρόμο του Θεού. Και ενώ εκείνη μια ζωή ολόκληρη προσπαθούσε να του εμφυσήσει την αγάπη προς τον Θεό, ο πατέρας του είχε καταφέρει και είχε σπείρει τα ζιζάνια της ασωτίας και της αμαρτίας. Ο Πατρίκιος όμως κοιμήθηκε και πήγε στην Βασιλεία των Ουρανών, καθότι λίγο πριν πεθάνει μετανόησε και βαπτίστηκε Χριστιανός, χάρις στα δάκρυα της Μόνικας που με υπομονή και αγάπη προσευχόταν για την μετάνοια του άνδρα της.
Και η Μόνικα έμεινε μόνη της. Χήρα, με έναν γιο βουτηγμένο στην παρανομία της αμαρτίας. Ο πόνος της έγινε προσευχή. Συνεχώς γονάτιζε, ύψωνε τα χέρια της στον ουρανό και φώναζε:
- Θεέ μου σώσε μου τον Αυγουστίνο. Θεέ μου σώσε μου το παιδί μου. Θεέ μου λυπήσου το. Χάρισε του μετάνοια Θεέ μου. Χάρισε του την σωτηρία Σου, κάντο γνώστη του θελήματός Σου.
Ο Αυγουστίνος συνέχιζε την αμαρτωλή ζωή του. Όταν επέστρεψε πίσω, η μητέρα του δεν τον δέχθηκε στο σπίτι.
- Όχι Αυγουστίνε, σ’ αυτήν την κατάσταση δεν μπορώ να σε δεχθώ στο σπίτι μου σαν Χριστιανή μάνα. Πάρε την παράνομη γυναίκα σου και το παιδί σου και πήγαινε να ζήσεις όπου θέλεις.
Και του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα! Και ο Αυγουστίνος απομακρύνθηκε, συνεχίζοντας την ίδια άσωτη ζωή. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια αποκαλύπτεται όμως και η ιδιοφυΐα του. Διαθέτει ένα σπάνιο ρητορικό τάλαντο. Διαβάζει και μελετά φιλοσόφους και ιδιαίτερα του αρέσει ο Κικέρωνας, σε σημείο, που διαβάζοντάς τον, νοιώθει να τον ανεβάζει σε ύψη πνευματικά. Σε κάποια στιγμή της ζωής του ανοίγει και την Αγία Γραφή, για την οποία τόσα είχε ακούσει από την μητέρα του. Την διαβάζει για λίγο και μετά της δίνει μια και την πετάει λέγοντας:
- Πολύ φτηνό αυτό το βιβλίο για έναν φιλόσοφο σαν κι εμένα. Πολύ απλό για τις φιλοσοφικές μου γνώσεις.
Μια άλλη φορά, όταν κάποτε αρρώστησε βαρειά και τότε σκέφθηκε τον θάνατο, μετανόησε και ζήτησε να βαπτισθεί. Σύντομα όμως έγινε καλά, η βάπτιση αναβλήθηκε και ο Αυγουστίνος συνέχισε να ζει μέσα στην αμαρτία. Ήξερε όμως ο Θεός γιατί τότε δεν επέτρεψε να βαπτισθεί ο Αυγουστίνος. Διότι ήξερε εκ των προτέρων, ως παντογνώστης, ότι δεν είχε ακόμη σκοπό να ταπεινωθεί. Έβλεπε το υπερήφανο βλέμμα του. Έβλεπε ότι και πάλι θα ξανακυλιόταν στην αμαρτία και γι’ αυτό και δεν επέτρεψε να μολύνει το βάπτισμά του. Ο Αυγουστίνος μπλέχτηκε μέσα στις φιλοσοφικές του ιδέες και κατέληξε στα δίχτυα της αιρέσεως των Μανιχαίων.
Θρηνεί η μάνα του και κλαίει. Δεν φτάνει που το παιδί της ζει μέσα στην αμαρτία, δεν φτάνει που είχε ήδη ένα εξώγαμο παιδί και μια παράνομη γυναίκα, δεν φθάνουν όλα αυτά, τώρα πέφτει και στα χέρια των αιρετικών Μανιχαίων. Θρηνεί η μάνα και κλαίει και παρακαλεί μέρα και νύχτα γονατιστή. Καταφεύγει στον Επίσκοπο. Παρακαλεί:
- Προσευχηθείτε κι εσείς άγιε Επίσκοπε. Προσευχηθείτε κι εσείς να σωθεί και να γυρίσει το παιδί μου πίσω μετανοημένο...
- Μη φοβάσαι Μόνικα, της λέει, τόσα δάκρυα μιας μάνας δεν θα πάνε χαμένα.
Αυτά τα λόγια τα έκλεισε για καλά μέσα της η καρδιά αυτής της Αγίας μητέρας. Και ο Θεός για να την παρηγορήσει της δείχνει ένα σημάδι. Βλέπει ένα όνειρο, ότι βάδιζε επάνω σε μία ευθεία σανίδα. Και από την άλλη πλευρά βλέπει τον υιό της, τον Αυγουστίνο, επάνω στην ίδια σανίδα. Χάρηκε όταν ξύπνησε η μητέρα. "Το παιδί μου θα’ ρθη μαζί μου στον ίσιο δρόμο". Τρέχει χαρούμενα να βρει το παραστρατημένο παιδί της. Του λέει το όνειρο αλλά ο Αυγουστίνος δίνει την δική του ερμηνεία:
- Όχι μάνα κάνεις λάθος. Εσύ θα έρθεις εκεί που είμαι εγώ, γι’ αυτό συναντηθήκαμε πάνω στον ίδιο δρόμο!".
Λίγο αργότερα, ο πιο στενός του φίλος, αρρωσταίνει και πεθαίνει. Όμως ο φίλος του πριν πεθάνει ξεγλίστρησε από τα χέρια των Μανιχαίων και επανήλθε στην Ορθόδοξη πίστη. Και πέθανε Ορθόδοξος. Τόσο στενή φιλία είχε ενώσει τον Αυγουστίνο με τον φίλο του που έχασε, που ένοιωθε ότι ακόμα και ο τόπος δεν τον σήκωνε πια. Γι’ αυτό ο Αυγουστίνος φεύγει και πηγαίνει στην Καρχηδόνα. Πηγαίνει σε μια διπλανή πόλη στην οποία συνεχίζει την έκλυτη ζωή του. Παραμένει ακόμα μέσα στην αίρεση των Μανιχαίων. Καθώς περνούν τα χρόνια το μυαλό του όλο και διευρύνεται. Είναι μια μεγαλοφυΐα, δεινός ρήτορας σε νεαρωτάτη ηλικία. Οι πάντες τον θαυμάζουν. Όλοι τρέχουν να γίνουν μαθητές του. Αρχίζει, όμως, να βλέπει στην αίρεση των Μανιχαίων μερικά πράγματα που δεν του αρέσουν πλέον. Καθώς αυξάνει η ευφυΐα του και η κριτική του ικανότητα, μερικά πράγματα δεν έχουν ικανοποιητικές απαντήσεις, απογοητεύεται από την αιρέση και την εγκαταλείπει. Και μαζί μ' αυτήν εγκαταλείπει την Καρχηδόνα και πάει στην ''αμαρτωλή'' Ρώμη.
Εκεί συνεχίζει την ζωή της ασωτείας, της μέθης και της πορνείας. Παράλληλα ως ρητοροδιδάσκαλος έβγαζε λόγους και έγινε πασίγνωστος. Κάποια στιγμή, οδηγείται στην πόλη των Μεδιολάνων, στο σημερινό Μιλάνο και γνωρίζεται με τον εκεί Επίσκοπο, Αμβρόσιο. Ο Αυγουστίνος βλέποντας την ρητορικότητα και τις γνώσεις του Αγίου Αμβροσίου, θαμπώνεται και προβληματίζεται και αρχίζει σιγά-σιγά να μεταμορφώνεται μέσα του. Μια μέρα, ακούει μια φωνή να του λέει: "Πάρε και διάβασε". Μια παιδική φωνή του ψιθύριζε: "Πάρε και διάβασε, πάρε και διάβασε".
Τα έχασε ο Αυγουστίνος. Κοιτάει από που έρχεται η φωνή, τίποτα δε βλέπει. Τρέχει, γρήγορα και πηγαίνει στο γραφείο του. Ανοίγει αμέσως την Αγία Γραφή και μόλις την ανοίγει, πέφτει το μάτι του επάνω στα εξής λόγια:
"Μη κώμαις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω, αλλά ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθαι εις επιθυμίας".
Τα λόγια αυτά του Αποστόλου Παύλου, τον συγκλόνισαν τόσο, που παίρνει πλέον σταθερή την απόφαση, "Ποτέ πια δεν θα ξαναμαρτήσω". Και ο Αυγουστίνος σταματά και απομακρύνεται από την αμαρτία και αποφασίζει να βαπτιστεί.
Ο Αυγουστίνος καλεί τη μητέρα του στη Ρώμη και της αναγέλλει την αποφαση να γίνει Χριστιανός. Η χαρά της μάνας του ήταν απερίγραπτη! Και έτσι ο Αυγουστίνος προσέρχεται, μαζί με το εξώγαμο γιο του, στις 25 Απριλίου του 387 για να γίνει μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και Βαπτίζονται από τον Άγιο Αμβρόσιο, Επίσκοπο Μεδιολάνων. Η παράνομη γυναίκα, ειδωλολάτρισσα, καταλαβαίνει ότι δεν έχει θέση κοντά του και τον εγκαταλείπει.
Επιστρέφουν τότε μάνα γιός και εγγονός στην Αφρική. Εκεί όμως, μετά από λίγο καιρό πεθαίνει η Μάνα του Αγίου και λίγο αργότερα το παιδί του και έτσι μένει ελεύθερος ο Αυγουστίνος από κάθε οικογενειακό βάρος. Πηγαίνει στη διπλανή πόλη, στον Ιππώνα. Ο Επίσκοπος εκεί λόγω της ενάρετης ζωής τον χειροτονεί ιερέα και αργότερα Επίσκοπο Ιππώνος. Ως Επίσκοπος, το έργο που επιτέλεσε ο Άγιος ήταν τεράστιο, παρά τον πόλεμο που δέχτηκε από πολλούς. Κοιμήθηκε εν ειρήνη το 430.
❈ Απολυτίκιον Ήχος πλάγιος δ'. Τον Συνάναρχον Λόγον: Αυγουστίνον τον μέγαν ανευφημήσωμεν, τον Ιεράρχην τον θείον της Εκκλησίας Χριστού και σοφόν υφηγητήν· της άνω πόλεως, τον θεολόγον τον κλεινόν, προσευχής τον εραστήν, και στήλην της μετανοίας· πρεσβεύει γαρ τω Κυρίω, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.
Άγιε Αυγουστίνε πρέσβευε υπέρ ημών
0 Σχόλια