«Ὁ ἄνθρωπος πού μαθαίνει ἀπό τήν πεῖρα του τή γλυκύτητα τῆς ἡσυχίας στό κελλί του δέν ἀποφεύγει τήν συναναστροφή τοῦ πλησίον ἀπό καταφρόνηση πρός αὐτόν ἀλλά χάριν τοῦ καρποῦ πού τρυγᾶ ἀπό τήν ἡσυχία. Κι αὐτή τήν θαυμαστή γνώση δέν τήν ἔμαθε ὁ Ἀρσένιος ἀπό πουθενά ἀλλοῦ, παρά ἀπό τήν Θεϊκή φωνή. Διότι λέγει· ‘Ἀρσένιε, φεῦγε τούς ἀνθρώπους καί σώζου’. Κι ἄν ἡ φυγή καί ἡ προφύλαξη ἦταν ὠφέλιμη στόν Ἀντώνιο καί τόν Ἀρσένιο, πόσο περισσότερο εἶναι στούς ἀσθενεῖς; Ἄν τό νά βρίσκονται αὐτοί οι Αγιοι( τῶν ὁποίων ὅλος ὁ κόσμος χρειαζόταν τόν λόγο τή θέα καί τή βοήθεια), σέ ἡσυχία, ὁ Θεός θεώρησε ἀνώτερο ἀπό τή βοήθεια ὅλης τῆς ἀδελφότητας, ἤ μᾶλλον ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, πόσο μᾶλλον τό νά βρίσκεται σέ ἡσυχία ἐκεῖνος πού δέν μπορεῖ νά φυλάξει τόν ἑαυτό του καλά;»
Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Ἐπιστολή α΄
0 Σχόλια