Σὲ μιὰ γωνιὰ περαστικὴ
γέρος φτωχὸς εχει καθίσει.
Κόσμος, πολὺς περνά απ’ εκεῖ,
καὶ ίσως νὰ τὸν ελεήσει
καμιὰ ψυχή, ποὺ έχει μάθει
νὰ συμπονεί τὰ ξένα πάθη.
Σὲ λίγο όλος προσοχὴ
εφερ’ εκεί τὰ βήματά του
κι άλλος φτωχὸς-τὸν δυστυχή-
Μὲ όλη τὴ νεότητά του
έχει στὸ φώς του μαύρη σκέπη·
είναι τυφλός! τυφλός! Δὲν βλέπει!
Αχ! τί ζευγάρι θλιβερό!
Τὰ νιάτα τὰ δυστυχισμένα
κι απὸ τὸν αγριο καιρὸ
τὰ γηρατειὰ τὰ μαραμένα
βλέπει εκεί οποιος περνάει
νὰ ζητιανεύουν πλάϊ-πλάϊ
Ομως κανεὶς τὰ γηρατειὰ
τὰ χιονοσκέπαστα λυπαται!
Στὸ γέρο ρίχνουν μιὰ ματιά,
τὸν ελεούνε οἱ διαβάται
μὰ ούτε ενας τους δὲν δίνει
και στὸν τυφλὸ ελεημοσύνη.
Μὲ πονεμένη τὴν καρδιὰ
ανασηκώνεται νὰ πάει...
Αχ! θὰ περάσει τὴ βραδιά
καὶ σήμερα χωρὶς νὰ φάει...
Γι’ αυτὸ τοὺς αλλους τί τοὺς νοιάζει;
Καὶ ο τυφλὸς αναστενάζει...
Μὰ εξαφνα κάποιος ζητά
μὲς στὴν παλάμη νὰ τού δώσει
χρήματα λίγα, μ’ αρκετά ένα ψωμί γιά νά πληρώσει.
–Σού εύχετ’ η φτωχὴ καρδιά μου
τιμὲς καὶ δόξες, αρχοντά μου!
Ειπεν εκεινος, επειδή,
τυφλὸς ποὺ ήταν, δὲν μπορούσε
μὲ δάκρυα χαράς νὰ δεί πώς σπλαχνικά τόν ελεούσε
ο γέρος, ελεώντας πάλι
καθὼς τὸν ελεήσαν άλλοι.
Γεώργιος Δροσίνης.

0 Σχόλια