- Άγιος Τύχων ο Θαυματουργός επίσκοπος
- Άγιος Μάρκος Ιερομάρτυρας επίσκοπος Απολλωνιάδος
- Άγιοι Πέντε Μάρτυρες οι εν Νικομήδεια
- Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες οι Ρωμαίοι
- Άγιος Μνημόνιος επίσκοπος Αμαθούντος Κύπρου
- Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Θεοδώρου του Συκεώτου
- Σύναξη της Θεοτόκου «εν Διακοναίς»
- ῞Οσιος Μωυσῆς τῆς ῎Οπτινα
- Άγιος Ελάππας
῞Οσιος Μωυσῆς τῆς ῎Οπτινα
++++++++++++++++++
Ο ῞Οσιος Μωυσῆς τῆς ῎Οπτινα, κατά κόσμον Τιμόθεος, ἐγεννήθηκε στό Μπορισογκλέμπσκ τῆς Ρωσίας, στίς 15 ᾿Ιανουαρίου 1782. Οἱ γονεῖς του, ᾿Ιβάν Γρηγορίεβιτς Πουτίλωφ καί ῎Αννα ᾿Ιβάνοβνα Γκολοβίνα, ἦσαν εὐσεβεῖς καί φιλόθεοι ἄνθρωποι. ῾Ο παππούς του ἀπό τή μητέρα του, ὁ ᾿Ιωήλ, ἦταν ἱεροδιάκονος καί εὐσεβής γέροντας, πού ἐζοῦσε στή μονή Σερπούκωφ Βυσότσκυϊ. ῾Η οἰκογένεια εἶχε ἀκόμη πέντε παιδιά, τόν Κύριλλο, τόν ᾿Ιωνᾶ, τόν Βασίλειο, τόν ᾿Αλέξανδρο καί τήν ᾿Ανυσία καί ἄλλα τέσσερα πού ἀπέθαναν νήπια. Οἱ τρεῖς υἱοί Τιμόθεος, μετέπειτα γούμενος Μωυσῆς τῆς ῎Οπτινα, ᾿Αλέξανδρος, μετέπειτα γούμενος ᾿Αντώνιος τῆς μονῆς τοῦ ῾Αγίου Νικολάου Μαλογιαροσλάβετς, καί ᾿Ιωνᾶς, μετέπειτα γούμενος Ησαΐας τῆς μονῆς Σάρωφ, ἀρνήθηκαν τόν κόσμο καί ἀφιερώθηκαν στόν Θεό.
Οἱ γονεῖς του ἀνέθρεψαν τόν Τιμόθεο μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου. ᾿Από μικρός ἦταν φιλακόλουθος καί διακρίθηκε στή μελέτη. ῞Οταν εὑρισκόταν μέ τόν πατέρα του καί τόν ἀδελφό του ᾿Ιωνᾶ στή Μόσχα γιά δουλειά, ἐμελετοῦσε πολύ καί ἀντέγραφε ὅσες περικοπές πνευματικῶν κειμένων ἐθεωροῦσε ἀξιόλογες. Στή Μόσχα ἐγνώρισε καί τήν ἁγία γερόντισσα μοναχή Δοσιθέα, πού ἀσκήτευε στό μοναστήρι ᾿Ιβανόφσκυϊ τῆς Μόσχας καί τόν συνέδεσε πνευματικά μέ τούς γέροντες τῆς μονῆς Νόβο-Σπάσκυϊ ᾿Αλέξανδρο καί Φιλάρετο, πού εἶχαν πνευματικούς δεσμούς μέ τό φημισμένο στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυϊ.
Παρά τίς ἀρχικές του ἀντιρρήσεις καί μετά ἀπό περιπέτειες ὁ πατέρας ἔδωσε τή συγκατάθεσή του στόν υἱό του Τιμόθεο νά πάει στό μοναστήρι τοῦ Σάρωφ, ἐνῶ ἐκράτησε κοντά του τόν ᾿Ιωνᾶ, στόν ὁποῖο ἔδωσε τήν εὐχή του ἀργότερα. ῎Ετσι ὁ Τιμόθεος καί ὁ ᾿Ιωνᾶς ἐπῆγαν στό μοναστήρι τοῦ Σάρωφ, πού ἐκείνη τήν ἐποχή ἦταν στήν ἀκμή του.
῾Ο ᾿Ιωνᾶς ἔμεινε γιά πάντα στή μονή τοῦ Σάρωφ καί ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα ᾿Ησαΐας. ᾿Αργότερα ἔγινε σκευοφύλακας καί μετά, τό 1842, γούμενος. ᾿Εκοιμήθηκε τό 1860.
῾Ο Τιμόθεος ἔφυγε γιά τή Μόσχα τό 1808 καί ἀποφάσισε νά πάει στό μοναστήρι Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Σβένσκ, τό ὁποῖο ἀνῆκε στήν ᾿Επισκοπή ᾿Ορλώφ. ᾿Εκεῖ ἀνέλαβε τό διακόνημα τοῦ σκευοφύλακος, τήν ἀλληλογραφία τῆς μονῆς καί τήν ἀνάγνωση στίς ᾿Ακολουθίες. Διάφορες τυπικές δυσκολίες δέν ἐπέτρεψαν τήν κουρά τοῦ Τιμοθέου, ὁ ὁποῖος, μετά ἀπό συμβουλή τοῦ ἱερομονάχου ᾿Αλεξίου τῆς μονῆς Σιμονώφ τῆς Μόσχας, προτίμησε νά ζήσει τήν συχαστική ζωή τῶν ἀναχωρητῶν τοῦ Ροσλάβλ. Τό 1811, ὁ Τιμόθεος ἔφθασε στά δάση τοῦ Ροσλάβλ καί στήν ἀρχή ἔμεινε μέ τόν ἱερομόναχο ᾿Αθανάσιο, τό γεροντότερο ἀπό τούς ἀναχωρητές, ὁ ὁποῖος καί τόν ἔκειρε μυστικά μοναχό δίδοντάς του τό ὄνομα Μωυσῆς. Τό 1816, ἔφθασε στό δάσος τοῦ Ροσλάβλ καί ὁ ἀδελφός τοῦ ῾Οσίου ᾿Αλέξανδρος, ὁ ὁποῖος ἔγινε, τό 1820, μοναχός καί ἔλαβε τό ὄνομα ᾿Αντώνιος.
῾Ωστόσο ὁ ῞Οσιος Μωυσῆς συνέχιζε τόν πνευματικό του ἀγώνα. Σέ κάποιες ἐλάχιστες σημειώσεις, πού διασώθηκαν, μεταξύ ἄλλων, ὁ ῞Οσιος ἔγραφε· «Τό Πάτερ μῶν εἶναι προσευχή πού μᾶς παρέδωσε ὁ ῎Ιδιος ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας μας, γιά νά καλύψει ὅλες τίς ἀνάγκες τῆς παρούσας καί τῆς μέλλουσας ζωῆς. ᾿Εκτός ἀπό τήν προσευχή αὐτή ὁ πολυεύσπλαγχνος Κύριος εὐλογεῖ καί τήν ἀκόλουθη, ὅταν λέγεται μέ πίστη καί ταπείνωση· Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, Πολυεύσπλαγχνε καί Οἰκτίρμον, ὁ πολύς ἐν ἐλέει καί πλούσιος ἐν οἰκτιρμοῖς, ὁ συμπαθής, ὁ παρέχων συγγνώμην, ὁ ἀληθινός, μή ὀργισθῇς μῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῇς τῶν ἀνομιῶν μῶν, ἀλλ᾿ ἐπίβλεψον μῖν ὡς φιλάγαθος καί λύτρωσαι μᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν μῶν. Σῶσον, Κύριε, καί ἐλέησον τόν δοῦλον Σου, τόν ἀδελφόν μου (τόνδε). Κύριε, χάρισέ του γνῶσιν καί ἐπιμέλειαν εἰς τήν ἐπιτέλεσιν τῶν ἐντολῶν Σου, εἰρήνην ψυχῆς καί σώματος, ὑγείαν εἰς τήν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων τῆς ὑπακοῆς Σου, ὥστε νά τελέσῃ ἐν φόβῳ πᾶσαν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐργασίαν, μέ ταπείνωσιν, ἄνευ δικαιώματος ἤ γογγυσμοῦ ἤ προσκόμματος ὑπό τοῦ πονηροῦ, ἐν ἁπλότητι καρδίας, συμφώνως πρός τό πανάγιον θέλημά Σου...».
᾿Εκεῖνο πού ἀξίζει νά σημειωθεῖ, εἶναι πώς, ἀπό εὐσέβεια πρός τούς Πατέρες καί ᾿Ασκητές τῆς ἐρήμου, ὁ ῞Οσιος Μωυσῆς, ὅσο ἐζοῦσε στά δάση τοῦ Ροσλάβλ, ἐμελετοῦσε ἀλλά καί ἀντέγραφε τά κείμενά τους ὄρθιος. Καί αὐτό ὕστερα ἀπό πολύωρη ὀρθοστασία στήν προσευχή.
Τό 1821, μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ φιλομόναχου ᾿Επισκόπου Καλούγκα Φιλαρέτου, ὁ ῞Οσιος Μωυσῆς, συνοδευόμενος ἀπό τούς πατέρες ᾿Αντώνιο, ῾Ιλαρίωνα καί Σαββάτιο, ἦλθε στή Σκήτη τῆς ῎Οπτινα, καί μέ τήν εὐλογία τοῦ ᾿Επισκόπου ἐξεκίνησε τή δημιουργία νέας Σκήτης. Μετά τά ἐγκαίνιά της, στίς 5 Φεβρουαρίου 1822, ὁ ῞Οσιος, στίς 22 Δεκεμβρίου ἐχειροτονήθηκε διάκονος καί στίς 25 Δεκεμβρίου πρεσβύτερος. ῾Η πρόνοια τοῦ Θεοῦ τόν ἀνέδειξε, τό 1826, γούμενο τῆς μονῆς τῆς ῎Οπτινα. ᾿Αλλά ὁ ῞Οσιος, παρά τό γουμενικό ἀξίωμα, ἐξακολουθοῦσε νά ζεῖ ὡς μοναχός· μέ ἀγρυπνίες, νηστεία, προσευχή, συχία, ταπείνωση, αὐστηρή ἄσκηση, φιλοξενία, ἐλεημοσύνη, ἀγάπη, πίστη, ὑπομονή, πραότητα. Γι᾿ αὐτό καί ὡς πνευματικός ἀνάπαυε τίς ψυχές τῶν μοναχῶν καί τῶν προσκυνητῶν τῆς μονῆς.
Τά χρόνια ὅμως περνοῦσαν. ῾Η ὑγεία τοῦ ῾Οσίου ἔφθινε. ᾿Αλλά ὁ ζῆλος του ἐμεγάλωνε. Νοιαζόταν γιά τήν ἀπόλυτη ἐφαρμογή τῆς μοναχικῆς πρακτικῆς καί τῶν κοινοβιακῶν κανόνων. Παρά τήν ἀσθένειά του ὁ ῞Οσιος Μωυσῆς προσπαθοῦσε νά λειτουργεῖ καί ἐκοινωνοῦσε τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων συνεχῶς. Τό βράδυ τῆς 6ης ᾿Ιουνίου 1862 ἐκάρη μεγαλόσχημος καί ἐζήτησε νά γραφεῖ πνευματική διαθήκη του. Τίς ἑπόμενες μέρες κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ ῾Οσίου ἐπιδεινώθηκε. ᾿Εκεῖνος ἐζήτησε νά ἀναγνωσθεῖ τό Εὐαγγέλιο. Καί ὅταν ὁ μοναχός ἐδιάβαζε τό τέλος τοῦ 16ου κεφαλαίου τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, «Μέλλει γάρ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρός αὐτοῦ μετά τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ...», ὁ ῞Οσιος Μωυσῆς παρέδωκε τό πνεῦμα του στόν Κύριο.
Πνευματική Διαθήκη ῾Οσίου Μωυσῆ
«Εἰς τό ὄνομα τῆς Παναγίας καί Ζωοποιοῦ καί ῾Ομοουσίου καί ᾿Αδιαιρέτου Τριάδος, τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ, καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ᾿Αμήν!
᾿Εγώ ὁ ὑπογραφόμενος, ὁ πολύ ἁμαρτωλός ἀρχιμανδρίτης Μωυσῆς τῆς μονῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου τῆς ῎Οπτινα, τῆς ᾿Επισκοπῆς Καλούγκα, ἀξιώθηκα νά λάβω ἀμέτρητα καί ἀνέκφραστα ἐλέη καί εὐεργεσίες ἀπό τόν Πανάγαθο καί Πολυεύσπλαγχνο Κύριό μου, σέ ὅλη μου τή ζωή. ᾿Αξιώθηκα νά γίνω μοναχός, νά δεχθῶ τό ὑπούργημα τῆς ἱερωσύνης καί νά γίνω γούμενος καί ἀρχιμανδρίτης, ἐνῶ εἶμαι ἄμοιρος ἔργων ἀγαθῶν. Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;. Μέσα μου νιώθω καί ἐκφράζω τή βαθιά εὐγνωμοσύνη μου καί παρακαλῶ τήν ἀγαθότητά Του νά μοῦ χαρίσει τή σωτηρία τῆς ἁμαρτωλῆς ψυχῆς μου. Νά μοῦ δώσει τέλος ἀγαθό, ὥστε μέ πίστη καί ἐμπιστοσύνη στό ἀνείκαστο ἔλεός Του καί τήν ἀτίμητη θυσία τοῦ Υἱοῦ Του, ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, νά ἀξιωθῶ νά παρασταθῶ ἀκατάκριτος στή φοβερή καί δίκαιη κρίση Του καί νά μέ βάλει στά δεξιά Του, μαζί μέ τούς ἐκλεκτούς Του. Καί ἀπό σᾶς, πατέρες, ἀδελφοί καί πνευματικά μου τέκνα, ζητῶ νά εὔχεσθε στόν Κύριο, ὥστε νά μή μέ στερήσει ἀπό τό ποθούμενο.
᾿Επειδή αὐτή τήν ἐποχή αἰσθάνομαι ἀδύναμος καί ἀσθενής καί καταλαβαίνω πώς ὁ καιρός τοῦ θανάτου μου εἶναι ἄγνωστος, σκέφθηκα πώς εἶναι καλό ν᾿ ἀφήσω μία διαθήκη, ὅπως ἔχω δικαίωμα, γιά τά πράγματα πού εὑρίσκονται στήν κατοχή μου. Αὐτά ἀποτελοῦνται ἀπό ἅγιες εἰκόνες καί πνευματικά βιβλία, πού ἐβοήθησαν στήν κατάρτιση τῆς ψυχῆς μου. Χρήματα δέν ἔχω. ᾿Από τότε πού εἰσῆλθα στό ζυγό τῆς μοναχικῆς ζωῆς μέχρι σήμερα ζῶ σέ μοναστήρι κοινόβιο. ῎Ετσι δέν εἶχα ποτέ ἐνδιαφέρον ν᾿ ἀποκτήσω περιουσία, διότι θυμόμουν τόν ὅρκο πού ἔδωσα στόν Θεό νά ζήσω μέ ἀκτημοσύνη. ᾿Ανάγκη γιά φαγητό καί ἔνδυση δέν εἶχα, διότι μοῦ τά ἔδιδε ὅλα τό μοναστήρι. ῎Ετσι, τά λινά, τά εἴδη ρουχισμοῦ καί ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπίπλωση εὑρεθεῖ στό κελί μου μετά τό θάνατό μου δέν ἀνήκουν σέ μένα ἀλλά στό μοναστήρι καί θά πρέπει νά δοθοῦν στό κελάρι, γιά νά μοιρασθοῦν ἀπό τόν ὑπεύθυνο σέ ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη. Οἱ ἅγιες εἰκόνες νά τοποθετηθοῦν στήν ἐκκλησία τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου ταιριάζουν καλύτερα. Τά πνευματικά μου βιβλία, πού συλλέγω ἀπό τότε πού ἔγινα μοναχός, τά θεωρῶ μεγάλο θησαυρό, πού ἔθρεψαν τήν ψυχή μου μέ τροφή ἀθάνατη, πού ὁδηγεῖ στήν αἰώνια ζωή. Τ᾿ ἀφήνω ὅλα στή βιβλιοθήκη τῆς μονῆς γιά τήν πνευματική οἰκοδομή τῶν πατέρων καί τῶν ἀδελφῶν μου.
Γυμνός ἐξῆλθον ἐκ τῆς κοιλίας τῆς μητρός μου, γυμνός καί ἀπελεύσομαι. Γι᾿ αὐτό καί θέλω ὅλα ὅσα ἔχω στήν κατοχή μου, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνα πού εἶναι ἀπαραίτητα γιά νά καλυφθεῖ καί νά ταφεῖ τό σῶμα μου, νά μεταφερθοῦν ἀπό τό κελί μου, σύμφωνα μέ τίς ὑποδείξεις μου. ῎Ετσι, μετά τό θάνατό μου, κανένας δέν θά κουρασθεῖ γιά νά ἐντοπίσει καί νά καταγράψει τήν περιουσία μου καί κανένας δέν θά ἔχει εὐθύνη γι᾿ αὐτήν.
Οἱ συγγενεῖς μου δέν ἔχουν νά κάνουν τίποτα μέ τήν περιουσία μου αὐτή. Εἶμαι σίγουρος πώς δέν θά ἀνακατευθοῦν, θά μείνουν εὐχαριστημένοι μέ αὐτά πού ὁ Θεός εὐλόγησε καί τούς ἔδωσε. Δέν θά θελήσουν νά οἰκειοποιηθοῦν τή μοναστηριακή περιουσία, διότι ἀνήκει στό μοναστήρι. ῎Αν τολμήσουν νά τήν ἀγγίξουν, αὐτή θά γίνει φωτιά, πού θά κάψει τήν κληρονομία τους.
῞Οταν φανεῖ εὐάρεστο στόν Θεό νά χωρισθεῖ ψυχή ἀπό τό σῶμα μου, παρακαλῶ τόν πνευματικό μου πατέρα καί ὅλους τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μου σέ αὐτό τό μοναστήρι, νά ἐνταφιάσουν τό σῶμα μου σύμφωνα μέ τή χριστιανική καί μοναστηριακή τάξη. Μετά, σᾶς παρακαλῶ, νά συνεχίσετε νά μέ μνημονεύετε, τόσο στίς ᾿Ακολουθίες ὅσο καί στίς κατά μόνας προσευχές σας, ὥστε ὁ Κύριος νά συγχωρέσει τίς ἁμαρτίες μου καί νά ἀναπαύσει τήν ψυχή μου μετά τῶν δικαίων.
῎Αν ὅσο ἐζοῦσα, ἐλύπησα κάποιον μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, μέ ἔργα, λόγια ἤ μέ τούς λογισμούς μου, ζητῶ ταπεινά συγγνώμη ἀπό ὅλους. Καί ἄν κάποιος μέ ἐλύπησε μέ ὁποιονδήποτε τρόπο, τόν συγχωρῶ ἀπό τήν καρδιά μου.
῎Εγραψα τήν πνευματική μου αὐτή διαθήκη μέ τή θέλησή μου, ἔχοντας σώας τάς φρένας καί ἐναργή μνήμη.
6 ᾿Ιουνίου 1862
Ο γούμενος τῆς μονῆς ῎Οπτινα
᾿
Αρχιμανδρίτης Μωυσῆς».

0 Σχόλια