
Πήγα – διηγείται ο Τ. Ι., απόφοιτος της Αθωνιάδος – να παρακαλέσω τον Γέροντα Παΐσιο, να προσευχηθεί για να πετύχω στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Είχα γράψει την πρώτη φορά και δεν πήγα τόσο καλά και τον ρωτούσα, αν ξαναέγραφα θα βελτίωνα τους βαθμούς μου; Μου είπε να κάνω προσευχή και ό,τι με φωτίσει ο Θεός. Του λέω, «δεν μπορώ να τα καταφέρω, αν δεν κάνετε εσείς προσευχή, και δεν θέλω να με λένε αποτυχημένο». Κάθησε λίγο αμίλητος, σκεφτικός και μου λέει:
– Πήγαινε να γράψεις.
– Και πώς θα τα καταφέρω;
Και αρχίζω να του εξηγώ, πώς υπολογίζονται οι βαθμοί. Με διακόπτει και μου λέει:
– Πήγαινε, ευλογημένο, και τα κομπιούτερ κάνουν λάθη, διάβασε ένα κείμενο και πήγαινε. Θα σε φωτίσει ο Θεός.
Αυτή η απάντηση καρφώθηκε στον νου μου, πηγαίνω στην Σχολή (Αθωνιάδα), το λέω σ’ ένα φίλο μου να διαβάσουμε ένα κείμενο, εκείνος όμως δεν έδωσε και τόση σημασία.
Ανοίγω το βιβλίο των Αρχαίων, το μάτι μου πέφτει σ’ ένα κείμενο, «Οι δε Θηβαίοι ως ήσθοντο…». Αυτό θα διαβάσω, λέω, ως Θηβαίος που είμαι και κάνα δυο παρατηρήσεις. Και ω του θαύματος! αυτό μας βάζουν στις εξετάσεις.
Μόλις μας έδωσαν το κείμενο, άρχισαν δάκρυα να κυλούν από τα μάτια μου. Τότε, πίστεψα ότι μπορεί να περάσω. Μία καθηγήτρια με πλησίασε και με ρώτησε τι έχω και αν θέλω να φέρουν τον γιατρό. Τι να της εξηγήσω και τι να καταλάβει; Μέσα μου ευχαριστούσα τον Γέροντα για το δώρο που μου έκανε.
Ένα απόγευμα πήρα άδεια να πάω στον οδοντίατρο στις Καρυές, για να φτιάξω τα δόντια μου.
Πόνεσα πάρα πολύ. Ο πόνος δεν έλεγε να σταματήσει μαζί με την αιμορραγία. Τι να κάνω; Πήγα στον Γέροντα Παΐσιο. Δεν μπορούσα καλά-καλά να μιλήσω.
Είπα στον Γέροντα τον πόνο μου και αυτός, όπως πάντα συνήθιζε, πήρε λουκούμια να με κεράσει.
– Μα, λουκούμια θα φάω, Γέροντα, που πονάνε τα δόντια μου;
– Πάρε, βρε βλογημένε! αυτά τα λουκούμια σταματούν τον πόνο.
– Για να το λέει, είπα μέσα μου,
θα πάρω. Και αφού έφαγα το λουκούμι, αμέσως σταμάτησε ο πόνος.
Ναι, ήταν πραγματικά λουκούμια, που σταμάτησαν τον πόνο. Είναι η Χάρη του Θεού που ανατρέπει τα πιο λογικά, εδώ βρισκόμαστε σε άλλη σφαίρα “λογικής”, που μόνο όποιος την έζησε μπορεί να καταλάβει.
Από το βιβλίο: Ο Όσιος Παΐσιος. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 134.
0 Σχόλια