ΜΙΑ ΑΝΟΙΧΤΗ ΖΕΣΤΗ ΜΗΤΡΙΚΗ ΑΓΚΑΛΙΑ. Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ.




Σέ μία επίσκεψη σέ Ορθόδοξο γυναικείο μοναστήρι,
συνάντησα μία παλιά μου φιλενάδα,ώς δόκιμη μοναχή. Είχα αρκετά χρόνια νά τήν δώ καί νά μάθω νέα της. Πήγαμε μαζί στό Αρχονταρίκι γιά καφέ καί τήν ρώτησα, πώς βρέθηκε εκεί, γιατί ποτέ δέν έδειχνε ιδαίτερη αγάπη γιά τά μοναστήρια καί τίς εκκλησίες.Μού είπε τά εξής:- Κάποια στιγμή, έμεινα μόνη μου στήν ζωή. Χωρίς συγγενείς, φίλους,γνωστούς. Κανένας απολύτως στήν ζωή μου. Ενοιωσα τήν απελπισία νά μέ πλησιάζει..καί τότε πρόσεξα πάνω σ ένα τραπεζάκι μιά εικόνα , πού μού είχε χαρίσει κάποτε η γιαγιά μου γιά νά τήν θυμάμαι. Ηταν η Παναγία μέ τόν Χριστό. Θυμήθηκα πού μού είχε πεί:- Οταν πονάς, νά τής τό λές κι εκείνη θά σέ βοηθάει. Δέν είχα άλλη επιλογή. Τής τά είπα όλα καί περίμενα νά μού απαντήσει. Αδικα όμως. Τίποτα δέν άκουσα, είδα, κατάλαβα...σιωπή απόλυτη. Νύσταξα κι πήγα γιά ύπνο. Κοιμήθηκα αμέσως καί είδα ένα όνειρο. Ημουν σέ κάποιον ξένο τόπο, όπου δέν γνώριζα κανέναν. Σκέφθηκα νά πάρω τηλ. τήν αδελφή μου νά έλθει νά μέ πάρει γιατί κάπου εκεί κοντά πρέπει νά έμενε. Ομως δέν θυμόμουν τόν αριθμό της. Μπροστα μου υπήρχε ένα δωμάτιο (ιατρείο ) όπου κάποιος τοπικός γιατρός δεχόταν τούς ασθενείς του. Σκέφθηκα ότι ίσως η αδελφή μου νά είχε πάει σ αυτό τό ιατρείο κάι νά υπήρχε εκεί τό τηλέφωνό της.Μπήκα μέσα. Τό ιατρείο εκείνη τήν ωρα ήταν 'αδειο καί ο γιατρός καθόταν στό γραφείο του, Πήγα κοντα καί τόυ είπα τό όνομα τής αδελφής μου καί τόν παρακάλεσα νά μού δώσει τόν αριθμό τού τηλεφώνου της. Εκείνος άρχισε νά ψάχνει στό βιβλίο τών ασθενών του κι εγώ όρθια απέναντί του περίμενα. Τότε, ανοίγει η πόρτα τού ιατρείου καί βλέπω στήν είσοδο μία πανέμορφη νέα κοπέλα πού κρατούσε απ'τό χέρι τό τετράχρονο αγοράκι της.Εκείνο μπήκε μέσα, ενώ η μανούλα του στεκόταν στό άνοιγμα τής πόρτας. Περίμενα νά πάει στό γραφείο καί νά μιλήσει στόν γιατρό. Εκείνο όμως είχε τήν πλάτη του στόν γιατρό καί μέ κοιτούσε επίμονα.Στήν αρχή δέν έδωσα σημασία, αλλά ήταν τόσο έντονο τό βλέμμα του πού όταν τό κοίταξα έμεινα άφωνη. Είχε μία ιδιαίτερη ομορφιά, αυστηρό βλέμμα καί κάτι τό απερίγραπτα υπέροχο στήν έκφρασή του. Τότε, αυθόρμητα τό πήρα αγκαλίτσα καί μή βρίσκοντας λόγια νά τού πώ, τού έλεγα συνέχεια:Τί καλό παιδάκι πού είσαι, τί καλό παιδάκι πού είσαι.... ώσπου ένοιωσα ότι τό παιδάκι είχε εξαφανιστεί κι εγώ ήμουν ξύπνια καί...μού έλειπε εκείνο τό υπέροχο μικρούλι. Σκέφθηκα 'οτι θά μπορούσε νά ήταν Εκείνος μέ τήν Μανούλα Του, αλλά μετά τό ξεπέρασα, γιατί δέν αξίζω μία τέτοια τιμή. Ομως εκείνη η στιγμή, εκείνης τής ζεστής μητρικής αγκαλιάς πού ένιωσα, μέ οδήγησε στό μοναστήρι. Αλλά δέν ξέρω άν θά μέ δεχθούν. Τήν ρώτησα :- Αν δέν σέ δεχθούν τελικά τί θά κάνεις ? Μού είπε:- Θά προσπαθήσω νά διορθωθώ καί θά πάω σέ άλλο μοναστήρι, ίσως εκεί νά μέ κρατήσουν. Κανένα παράπονο, κανένα σχόλιο,τίποτα αρνητικό γιά κανέναν.

Εφυγα καί αναρωτιόμουν άν μπορεί στήν εποχή μας, ένας άνθρωπος νά σκέφτεται τόσο καθαρά καί μέ τόση ευλογία Θεού. Ντράπηκα γιά τήν δική μου κατάσταση καί τό μόνο πού ήθελα ήταν νά βρεθώ κοντά στήν εκόνα της καί νά τήν ευχαριστήσω γιά τήν μεγάλη ατελείωτη αγάπη της σ εμάς τούς αναξίους.




Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια