ΣΠΕΥΔΕ ΒΡΑΔΕΩΣ ( ΠΗΓΑΙΝΩ ΑΡΓΑ ΓΙΑΤΙ ΒΙΑΖΟΜΑΙ ).




 Το αξίωμα είναι -σπεύδε βραδέως-. Πηγαίνω αργά γιατί βιάζομαι. Αυτό πρέπει πάντοτε να κυριαρχεί στον άνθρωπο και με ταπείνωση να ρωτάει.
Ο λαός έχει βγάλει ένα γνωμικό δικό του: Κάποιος δεν είχε κανέναν και ρώταγε το ραβδί του. Κάποιος δεν είχε κανέναν και ρωτούσε τον τοίχο.
Μη σπεύσεις. Μη πλανηθείς. Και λόγια του κόσμου άκουγε και από το μυαλό σου κάνε. Ρώτησε, άκουσε τον α, τον β, τον διαβασμένο, τον χαριτωμένο, τον άνθρωπο που αγωνίζεται, να πάρεις γνώμες.
Μη σπεύσεις και να κάνεις παρά μόνο εκείνα που είναι διατεταγμένα σύμφωνα με τη συνείδησή σου. Διότι τόσοι οι δεξιοί λογισμοί (φαινομενικά καλοί), που υπάρχει εκδοχή να σε ξεγελάσουν. Και να ελέγχεσαι έπειτα σε όλη σου τη ζωή...
Αν ο άνθρωπος σκεφτόταν, ότι έχει να κάνει με έναν εχθρό (τον Διάβολο) με πείρα 8.000 περίπου ετών, δεν θα τολμούσε τόσο εύκολα να παίρνει αποφάσεις. Θα σκέφτονταν το καθετί και θα πρόσεχε το καθετί...
- Χτιζόταν στην Εκάλη ένα σπίτι από 2 άπιστους ανθρώπους. Και πετούσανε λίρες μέσα στα θεμέλια - στα τσιμέντα, να στερεωθεί το σπίτι στο χρυσό.
Την τρίτη μέρα, πέθαναν και οι δύο! Δεν πρόλαβαν να το χτίσουν... και οι λίρες είναι μέσα στα τσιμέντα εκεί πέρα.
Γιατί; Γιατί δεν υπολόγισαν οι άνθρωποι, ότι υπάρχει και Άλλος από πάνω.
Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι, που κάνουν αγιασμό και θεμελιώνουν το σπίτι τους στην πέτρα που λέγεται Χριστός!
 Πηγαίνοντας για την γη της επαγγελίας, οι Ισραηλίτες πέρασαν από πολλούς εχθρούς. Ένας από αυτούς, ήταν και ο Αμαλίκ με τον λαό του.
Τότε ο Μωϋσής πήγε στο όρος Σινά, να προσευχηθεί, παίρνοντας μαζί του τον αδερφό του, τον Ααρών και τον γαμπρό, τον Ωρ.
Ο Μωϋσής άρχισε να προσεύχεται με τα χέρια ανοιχτά και όταν κουράζονταν, τα κατέβαζε.
Και τί παρατήρησαν ο Ααρών με τον Ωρ; Ότι όση ώρα ο Μωϋσής προσεύχονταν με ανοιχτά τα χέρια, έπαιρναν οι Ισραηλίτες φαλάγγι τους Αμαλακίτες και όταν κατέβαζε τα χέρια, οι Αμαλακίτες κέρδιζαν έδαφος στο πεδίο της μάχης.
Και τί έκαναν; Τον κάθισαν τον Μωϋσή πάνω σε μια πέτρα στο βουνό με τα χέρια ανοιχτά (σε σχήμα σταυρού), για να μην κουράζεται και έτσι οι Ισραηλίτες κέρδισαν την μάχη.
Αποκάλυψε τότε ο Θεός στον Μωϋσή, ότι δεν νίκησε αυτός, αλλά ο σταυρός.
Η σκηνή της προσευχής του Μωϋσή με ανοιχτά τα χέρια, συμβόλιζε τον Εσταυρωμένο Χριστό.

Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος (1916 - 1982)









Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια