ΕΝΑΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ...



Βαδίζω στήν άκρη τού μεγάλου δρόμου. Φοράω κοντό παλτό,στρατιωτικές μπότες μέ σιδερένια πέταλα,σκούφο από προβιά. Στόν ώμο μου τό δισάκι, από τήν μιά,τά τίμια Δώρα,το Ευαγγέλιο,τό ξύλινο Άγιο Ποτήριο,τό Ιερατικό καί το Ευχολόγιο κι από τήν άλλη,τά εργαλεία τού τσαγκάρη.Στό στήθος, σέ ιδιαίτερη θήκη,τό αντιμήνσιο.Καί στό χέρι,ένα ραβδί. από σημύδα. Εγινα πλανόδιος ιερέας. Πρίν υποχωρήσουν οί λευκοί,προσπάθησαν νά μέ πείσουν,νά διαφύγω στό εξωτερικό.Τό αρνήθηκα.Τά πόδια μου,αποδείχθηκαν ανάλαφρα καί ικανά γιά πεζοπορίες. Μέρες τού Σεπτεμβρίου,ζεστές,καλοκαιριάτικες. Σταμάτησα σ'ένα ύψωμα,μέσα στό δάσος.Κάτω τό ποτάμι,ο απέραντος κάμπος καί οί δρόμοι. Πανίσχυρη η εξουσία τών Ρωσικών δρόμων! Αν τούς κοιτάζεις γιά πολλή ώρα, λές καί φεύγεις από τήν γή, τά επίγεια δέν σέ ικανοποιούν, η ψυχή σου ζητάει ν'ανέβει κάπου ψηλά...Μήπως απ'τούς δρόμους τούτους γενήθηκε στόν Ρώσο η διάθεση τής φυγής ?.. Καί πού νά πάς ? Στά δάση μπρίνσυ, στά λημέρια τών ληστών ? Η εκεί πού είναι οί γαλάζιοι τρούλλοι τών μοναστηριών?... Οπουδήποτε,φθάνει νά προχωράς, χτυπώντας τήν γή μέ τό οδοιπορικό ραβδί...Νά γιατί μάς αρέσει νά τραγουδάμε... Σουρουπώνει.Πρέπει νά αναζητήσω ένα καταφύγιο γιά τήν νύχτα. Πού θά μ'οδηγήσει Ο Κύριος ? Καθώς περιπλανιέμαι μέσα μέσα σέ φιδένια μονοπάτια, αντικρύζω ένα σπίτι, καμωμένο από κορμούς δένδρων. Θά μέ δεχθούν άραγε? Χτυπάω μέ τό ραβδί μου τό παράθυρο.Καμία απόκριση. Κάθομαι στόν εξώστη. Ενας γάτος ξεπετάγεται από κάπου κι έρχεται κοντά μου.Τόν χαϊδεύω. Τρίβεται πάνω μου καί νιαουρίζει λυπητερά. Ξαναχτυπάω στό παράθυρο. Σιγή νεκρική.Ανοίγω τήν πόρτα,μπαίνω μέσα. Ρίχνω μία ματιά ολόγυρα καί τί νά δώ!... Ενας άνθρωπος είναι πεσμένος στό πάτωμα. Δίπλα του ένα ξύλινο κυροπήγιο, μέ πεσμένο τό κερί καί μία σιδερένια βέργα. Φοράει λινό πουκάμισο καί στρατιωτικό παντελόνι. Είναι ξυπόλυτος. Στόν λαιμό του μαυρίζει ένας χάλκινος σταυρός. Τό πρόσωπό του είναι πρασινισμένο καί τό μαλλιαρό του κεφάλι γεμάτο πηγμένο αίμα. Νεκρός. Τόν σταύρωσα. Πήγα στό κοντινό πηγάδι κι έφερα νερό. Τόν έπλυνα καί τού διάβασα τήν νεκρώσιμη ακολουθία. Εσκαψα έναν λάκκο στό αμμουδερό έδαφος. Τύλιξα τό λείψανο μ'ένα κομμάτι ύφασμα καί τό έβγαλα σέρνοντας από τό σπίτι...(τί βαρύ πού είναι τό ανθρώπινο σώμα-υγρή γή-! ) Τόν έθαψα καί γύρισα στό σπίτι. Πέρασα τήν νύχτα στόν προθάλαμο,πάνω σ'έναν σωρό σανό. Στα πόδια μου, ήταν ξαπλωμένος ο γάτος. Τήν αυγή συνέχισα τόν δρόμο μου.

Τό οδοιπορικό ραβδί. Β.Νικηφόρωφ-Βόλγιν.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια