ΑΜΑ ΜΠΕΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ,Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ ΑΗΤΤΗΤΟΣ..(ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ ).



“Στην πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 την Άγια Νύχτα των Χριστουγέννων, άγγελοι απ’ ουρανού και Άγιοι βοήθησαν τους ελεύθερους πολιορκημένους!”
Καλοκαίρι του 1822 οι Τούρκοι διώχνουν οριστικά τους Σουλιώτες από το ένδοξο Σούλι. Κι άλλοι πήγαν απέναντι στα Επτάνησα και άλλοι μαζί με τον ηρωικό Μάρκο Μπότσαρη και με άλλους αρχηγούς ήλθαν στη δεύτερη πατρίδα τους και εγκαταστάθηκαν, στο ηρωικό Μεσολόγγι. Εγκατεστάθησαν εκεί. Κι αφού τελείωσαν με τον Αλή Πασά, ο Χουρσήτ πασάς και οι άλλοι, ήλθαν προς τα κάτω, να καταπνίξουν την Επανάσταση στην Ελλάδα. Και πρώτος στόχος τους το Μεσολόγγι. Όπου είχαν οχυρωθεί οι Σουλιώται του Μάρκου Μπότσαρη. Και ήταν μαζί και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο οποίος εκεί ηνδραγάθησε και ετοίμασε την άμυνα της πόλεως κυρίως, για τη δεύτερη πολιορκία και την ηρωική Έξοδο.
Ήρθαν, λοιπόν με τον Ομέρ Βρυώνη και τον Ρεσίτ πασά, αμέτρητα στίφη Τουρκαλβανών. Και εκύκλωσαν το “αλωνάκι”, την ιερή και λαμπρά πόλη του Μεσολογγίου. Ήσαν ελάχιστοι υπερασπισταί. Ελάχιστα έως ανύπαρκτα τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια. Έκαμαν σύσκεψη και είπαν: “θα πεθάνουμε έως ενός”. Τ’ άκουσαν ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι και πήραν εμπρός. Γιατί ένας ήρωας μπορεί να εμψυχώσει ολόκληρο πλήθος, και να τους κάνει γενναίους και ατρόμητους και αήττητους. Να πολεμούν και να μη φοβούνται ούτε την πείνα ούτε τον θάνατο ούτε τη σκλαβιά ούτε τίποτε. Γιατί, άμα μπει στην ψυχή τού ανθρώπου το Φως της Αναστάσεως, ο άνθρωπος γίνεται παντοδύναμος, ισχυρός, αήττητος και ατρόμητος και ακτύπητος.
Τι να κάνουν τώρα, όμως; Δεν έφτανε η ανδρεία των ολίγων. Χρειαζότανε και τα τεχνάσματα. Κι ο Μάρκος μπαίνει μπροστά και λέει: “Εγώ θα το λύσω αυτό το πράγμα. Θα τους παραπλανήσουμε τους εχθρούς, να κερδίσουμε χρόνο, μέχρι να έλθουν τα πλοία μας απ’ το Μοριά, με στράτευμα, επισιτισμό και πολεμοφόδια.
Και όντως, ο Μάρκος ο ίδιος φόρεσε ρούχα χωρικού και μπήκε στο στρατόπεδο του εχθρού. Μάλιστα εκεί ευρήκε και κάποιον Τουρκαλβανό, που ήσαν φίλοι. Είχαν μπέσα και ο ένας και ο άλλος. Τον βρήκε, του ομολόγησε ποιος είναι, ο γενναίος Μάρκος Μπότσαρης, και του λέει: “Βρέ παιδί, εγώ θέλω να τα βρούμε. Κρίμα να σκοτωθείτε κι εσείς παλληκάρια, κι εμείς παλληκάρια. Καλό να το κουβεντιάσουμε, καλό να διαπραγματευθούμε, και καλό είναι να ‘χετε κι εσείς, μέσα στο Μεσολόγγι, ένα δικό σας άνθρωπο. Ένα δικό σας άνθρωπο! Κι αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο φίλος σας”.
Και πήγαινε κι ερχότανε και υποσχότανε και “περιμένετε λίγο ακόμη” και “κοντεύω να τους πείσω” και ξανά “να τους πείσω”, μέχρι που μιά μέρα έφτασαν τα πλοία απ’ το Μοριά με τα φορτία, που προανέφερα. Έσπασαν τον κλοιό και μπήκαν με χίλιους στρατιώτες, με άφθονα πολεμοφόδια και τρόφιμα, στην ιερά πόλη του Μεσολογγίου. Και τότε βγήκε ο ηρωικός Μάρκος και τους λέει: “Παιδιά, εδώ είμαστε. Ελάτε να πάρετε το Μεσολόγγι”. Και έγινε μεγάλος αγώνας. Φοβερή πολιορκία! Οι δικοί μας, όμως, με πίστη και με θάρρος και με ανδρεία, απέκρουαν τις φοβερές επιθέσεις των Τουρκαλβανών. Και μπόρεσαν και κράτησαν ελεύθερη την πόλη του Μεσολογγίου. Ήταν μαζί τους, φυσικά κι ο Χριστός, και η Παναγιά, και οι Άγιοι, και οι άγγελοι, και τα πνεύματα και οι ψυχές των δικαίων. Ήταν όλοι τους μιά μαρτυρική Εκκλησία.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1822. Και τότε οι φοβεροί Τουρκαλβανοί, οι πασάδες και οι συνεργοί τους, το επιτελείο τους, σκέφτηκαν κάτι πονηρό. Είπανε: “θα κάνουμε τη μεγάλη και τελική έφοδο τη νύχτα των Χριστουγέννων. Και μάλιστα, την ώρα, κατά την οποίαν οι Ορθόδοξοι θα πάνε στην εκκλησιά τους, να γιορτάσουν τη Θεία Γέννηση του Χριστού”. Έλα όμως που ο Θεός θέλει τον κλέφτη, θέλει και τον νοικοκύρη! Εκεί, ανάμεσα στο συμβούλιο, που έκανε ο Ομέρ Βρυώνης και οι υπόλοιποι, ήταν μαζί τους και ο κυνηγός του Ομέρ Βρυώνη, ο Γούναρης, Έλληνας. Άκουσε το σχέδιο και βγήκε, λοιπόν σιγά-σιγά και το μετέφερε στο Μεσολόγγι. Αυτό ήτανε Θεία βουλή και βοήθεια. Και αντί να πάνε στις εκκλησιές, αφού κτύπησαν όλες οι καμπάνες, και μάλιστα περίλαμπρα, για να εξαπατήσουν κι αυτοί με τη σειρά τους τους φοβερούς Τουρκαλβανούς, κάθισαν όλοι επάνω στα τείχη. Και όσο μπορούσαν, κρυβόντουσαν. Αραίωσαν, και πίσω ήταν όλοι οι πολεμισταί, για να φαίνονται ελάχιστοι και να παραπείσουν, έτσι, του πολιορκητάς, για να επιτεθούν όλοι μαζί. Και όντως, τη νύκτα εκείνη έγινε η μεγαλύτερη έφοδος. Με τι σκάλες και με τι άλλα μέσα προσπάθησαν οι Τουρκαλβανοί να μπούνε στο ηρωικό Μεσολόγγι, δεν λέγεται! Κι όταν έφθασαν στα τείχη, όρμησαν οι ηρωικοί υπερασπισταί, με ό,τι είχαν και δεν είχαν. Και τους γκρέμισαν κάτου. Δεν το περίμεναν αυτό. Άλλωστε, και οι αγγέλοι απ’ ουρανού και οι άγιοι θα συνεργούσαν μαζί με τους ελεύθερους πολιορκημένους. Και έφυγαν. Έπιασε βροχή. Φοβερή βροχή. Κόλλησαν στις λάσπες και στα νερά. Προχώρησαν μέχρι τον Ζυγό. Προχώρησαν πέρα, ακόμη. Και όσοι μπόρεσαν να σωθούν, οι περισσότεροι, πνίγηκαν στον Άσπρο. Στον Αχελώο ποταμό. Και ελάχιστοι, πολύ ελάχιστοι, μπόρεσαν και σώθηκαν.
Η περίλαμπρη αυτή νίκη. Κατά το τέλος του δευτέρου έτους της Επαναστάσεως, ανήκει κατ’ εξοχήν στον ηρωικό Μάρκο Μπότσαρη. Ο οποίος, όπως λέει ο εθνικός ιστορικός μας Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, μπορεί να μην είχε τη σοφία του Κολοκοτρώνη ούτε την εξυπνάδα του Καραϊσκάκη, αλλά είχε, όμως, την αφοσίωση στον Χριστό και στην πατρίδα και τη φοβερή ανιδιοτέλεια. Τη φοβερή ανιδιοτέλεια! Κι ενώ ήταν μόλις 32 ετών, έκαμε έργο, που μερικοί δεν τό ‘καναν ποτέ, και ελάχιστοι τό ‘καμαν αργότερα.


Αρχιμ.Ανανίας Κουστένης.
 “Λόγοι για τους ήρωες του 1821”, εκδ. Κυπρής, Αθήνα 2021.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια