ΟΙ ΑΓΙΟΙ 44 ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΕΣ ΑΒΒΑΔΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ.( 20 ΜΑΡΤΙΟΥ ).





Ἡ ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ ἁ­γί­ου Σάβ­βα εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς πα­λαι­ό­τε­ρες καί τίς πιό ὀ­νο­μα­στές Μο­νές τῆς Ἁ­γί­ας Γῆς, τῆς Πα­λαι­στί­νης. Τήν ἵ­δρυ­σε ἡ με­γά­λη ἐ­κεί­νη καί ὁ­σί­α μορ­φή τοῦ ἁ­γί­ου Σάβ­βα τόν 6ο αἰ­ώ­να. Μο­νή ὀ­νο­μα­στή, τό­σο γιά τό πλῆ­θος τῶν μο­να­χῶν της, ὅ­σο καί γιά τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς τους. Ἡ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α της ἔ­κα­νε κα­θη­με­ρι­νῶς νά κα­τα­φθά­νουν σ’ αὐ­τήν δε­κά­δες καί ἑ­κα­τον­τά­δες προ­σκυ­νη­τῶν, γιά νά πά­ρουν πνευ­μα­τι­κή τό­νω­ση. Σ’ αὐ­τήν τή δό­ξα τῆς Μο­νῆς προ­στέ­θη­κε καί ἡ ἄλ­λη ἅ­για δό­ξα τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τῶν ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων της (Ἀβ­βά­δων), τό ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­βη στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος Ἡ­ρα­κλεί­ου (575 – 641).
Λί­γες μό­λις μέρες προ­τοῦ οἱ Πέρ­σες κα­τα­λά­βουν τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα (614), Ἄ­ρα­βες λη­στές ἐ­πέ­δρα­μαν μέ ἀ­γρι­ό­τη­τα ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς γιά νά συλ­λή­σουν ὅ,τι θά ἔ­βρι­σκαν σ’ αὐ­τήν. Δι­ό­τι εἶ­χαν τήν ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι πί­σω ἀ­πό τά τεί­χη τῆς Μο­νῆς κρύ­βον­ταν πο­λύ­τι­μοι θη­σαυ­ροί, στόν ἱ­ε­ρό της Να­ό, ἀλ­λά καί στά κελ­λιά τῶν μο­να­χῶν. Ἄλ­λω­στε σκέ­πτον­ταν, ὅ­τι τό πλῆ­θος τῶν πι­στῶν, πού ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν κα­θη­με­ρι­νά τήν Μο­νή, θά ἄ­φη­ναν ἐκεῖ πο­λύ χρυ­σά­φι. Αὐτοί, Ἀ­γα­ρη­νοί καθώς ἦταν, δέν ἦ­ταν σέ θέ­ση νά ἀν­τι­λη­φθοῦν τήν ἀ­πο­στο­λή τῆς Μο­νῆς καί ὅ­τι οἱ ἐ­πι­σκέ­πτες προ­σκυ­νη­τές δέ­χον­ταν ἀ­π’ αὐ­τήν ἀ­γα­θά πνευ­μα­τι­κά, ἀλ­λά καί ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Αὐ­τή ἄλ­λω­στε ἦ­ταν καί ἡ αἴ­γλη τῆς ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς καί αὐ­τός ὁ πε­ρί­λαμ­προς πνευ­μα­τι­κός θη­σαυ­ρός της.
Κα­θῆ­κον τῶν μο­να­χῶν ἦ­ταν νά ἀν­τι­στα­θοῦν στήν ἐ­πί­θε­ση τῶν ὁ­πλι­σμέ­νων λη­στῶν μέ ὅ­σα εἰ­ρη­νι­κά μέ­σα μπο­ροῦ­σαν νά δι­α­θέ­σουν. Ὅ­μως δέν κα­τέ­στη δυ­να­τόν νά ἀ­να­χαι­τί­σουν τήν ὁρ­μή καί μα­νί­α τους. Αὐ­τοί εἰ­σῆλ­θαν στήν Μο­νή καί ἀ­παί­τη­σαν ἀ­πό τούς ὅ­σιους μο­να­χούς νά τούς ὁ­δη­γή­σουν στά μέ­ρη, ὅ­που φυ­λάσ­σον­ταν οἱ θη­σαυ­ροί καί νά τούς πα­ρα­δώ­σουν σ’ αὐτούς. Κι ἐ­πει­δή δέν πί­στε­ψαν στή δι­α­βε­βαί­ω­ση τῶν μο­να­χῶν, ὅ­τι τέ­τοι­οι ὑ­λι­κοί θη­σαυ­ροί, πού ζη­τοῦ­σαν, δέν ὑ­πῆρ­χαν, προ­χώ­ρη­σαν οἱ ἴ­διοι μέ αὐ­ταρ­χι­κό καί βί­αι­ο τρό­πο σέ ἐ­πί­μο­νη καί ἐξονιχιστική ἔ­ρευ­να. Κι ὅ­ταν οἱ ἐ­πι­δρο­μεῖς δέν βρῆ­καν τούς θη­σαυ­ρούς πού πε­ρί­με­ναν, ὑ­πέ­βα­λαν τούς μο­να­χούς σέ φο­βε­ρά μαρ­τύ­ρια. Τούς κά­λε­σαν ὅ­λους, ἀ­πό τόν γε­ρον­τό­τε­ρο μέ­χρι τόν νε­ό­τε­ρο, νά ἀρ­νη­θοῦν τήν πί­στη τους. Ἀ­παί­τη­σαν νά βρί­σουν ἐ­νώ­πιόν τους τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ, νά ἀρ­νη­θοῦν τήν μο­να­χι­κή τους κλή­ση καί νά βε­βη­λώ­σουν ὅ,τι ὅ­σιο καί ἱ­ε­ρό λά­τρευ­αν μέ­χρι τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη. Οἱ ὅ­σιοι μο­να­χοί, πού εἶ­χαν δώ­σει ὑ­πό­σχε­ση ἐ­νώ­πιον Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­πων νά μεί­νουν πι­στοί μέ­χρι θα­νά­του στόν Χρι­στό, πού δί­δα­σκαν τούς ἄλ­λους νά μέ­νουν πι­στοί στόν Κύ­ριο καί Θε­ό τούς μέ­χρι θα­νά­του, ὕ­ψω­σαν τά βλέμ­μα­τά τους στόν οὐ­ρα­νό καί ἐ­νι­σχυ­μέ­νοι ἀ­πό ἐ­κεῖ, κα­κου­χη­μέ­νοι ἀ­πό τά βα­σα­νι­στή­ρια τῶν λη­στῶν, ἀ­δελ­φω­μέ­νοι καί ὁ­μό­ψυ­χοι μέ ἕ­να στό­μα φώ­να­ξαν «ὄ­χι» στή βέ­βη­λη ἀ­ξί­ω­ση τῶν ἐγ­κλη­μα­τι­ῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν. Ἄλ­λω­στε ἦ­ταν φρό­νη­μα καί πε­ποί­θη­ση ὅ­λων ὁ λό­γος τοῦ Κυ­ρί­ου, πού ἀν­τη­χοῦ­σε πάν­το­τε, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὅ­μως τίς κρί­σι­μες ἐ­κεῖ­νες στιγ­μές: «Μή φο­βη­θῆ­τε ἀ­πό τῶν ἀ­πο­κτεν­νόν­των τό σῶ­μα, τήν δέ ψυ­χήν μή δυ­να­μέ­νων ἀ­πο­κτεῖ­ναι» (Ματθ. ι΄ 28).
Ἔ­ξαλ­λοι τό­τε οἱ λη­στές σάν θη­ρί­α αἱ­μο­βό­ρα προ­χώ­ρη­σαν σέ φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρια. Μέ γρο­θι­ές καί ρό­πα­λα ἔ­δει­ραν τούς μο­να­χούς, τούς ἔ­δε­σαν, κρέ­μα­σαν πολ­λούς ἀ­πό αὐ­τούς καί τούς ἔ­κο­ψαν τά χέ­ρια καί τά πό­δια. Ἔ­πει­τα ἀ­πό ὧ­ρες πολ­λές καί ἀ­φοῦ ἱ­κα­νο­ποί­η­σαν τά ἐγ­κλη­μα­τι­κά τους ἔν­στι­κτα, συμ­πλή­ρω­σαν τήν κα­τα­στρο­φή τῆς Μο­νῆς καί ἀ­πο­χώ­ρη­σαν. Ἀ­πο­χώ­ρη­σαν, ἀ­φοῦ ἄ­φη­σαν πί­σω τους 44 κα­τα­κρε­ουρ­γη­μέ­νους μο­να­χούς, μέ κομ­μέ­να τά κε­φά­λια τους, σχι­σμέ­να τά στή­θη τους καί σκορ­πι­σμέ­να τά σπλάγ­χνα τους.
Γρά­φει ὁ ἱ­ε­ρός ὑ­μνω­δός: Καί ρο­πά­λοις τυ­πτό­με­νοι καί τοῖς λί­θοις βαλ­λό­με­νοι καί πυγ­μαῖς κο­πτό­με­νοι, τήν ὁ­μό­νοι­αν οὐ δι­ε­λύ­σα­τε, Μάρ­τυ­ρες, ἀ­γά­πη συν­δού­με­νοι καί στορ­γή ἀ­δελ­φι­κή, ἀλλ’ ὑφ’ ἕν θα­να­τού­με­νοι καί τε­μνό­με­νοι με­λη­δόν, Ἀ­θλο­φό­ροι, τῇ τρα­πέ­ζῃ προ­ση­νέ­χθη­τε τῇ θείᾳ, ὡς ἱ­έ­ρεια ἀ­μώ­μη­τα.
Τῶν ὁ­σί­ων αὐ­τῶν μο­να­χῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πι­τέ­λε­σαν μέ­χρι τέ­λους τό ἱ­ε­ρό τους κα­θῆ­κον στήν ἱ­ε­ρά Μο­νή τους, τά ἱ­ε­ρά τους λεί­ψα­να συ­νέ­λε­ξε καί ἐν­τα­φί­α­σε ὁ ἅ­γιος Μό­δε­στος ὁ Ἱ­ε­ρο­σο­λυ­μί­της. Ἀλ­λά οἱ ψυ­χές τους ἑ­νω­μέ­νες με­τα­ξύ τους ἀ­νέ­βη­καν στόν οὐ­ρα­νό γιά νά λά­βουν τό ἁ­μα­ράν­τι­νο στε­φά­νι τῆς δό­ξας.
Ναί, οἱ ἱ­ε­ρές Μο­νές εἶ­ναι ἐ­ξα­γι­α­σμέ­νοι χῶ­ροι ἀ­γώ­νων πνευ­μα­τι­κῶν καί ὅ­σιας ζω­ῆς, τό­ποι ἀ­γά­πης καί φι­λο­ξε­νί­ας, ἀ­να­νε­ώ­σως πνευ­μα­τι­κῆς. Συγ­χρό­νως ὅ­μως καί προ­πύρ­για πί­στε­ως. Οἱ μο­να­χοί εἶ­ναι ἀ­νά τούς αἰ­ῶ­νες ἄ­γρυ­πνοι φύ­λα­κες, φρου­ροί τῶν ὁ­σί­ων καί ἱ­ε­ρῶν, τά ὁ­ποῖ­α δι­α­τη­ροῦν, προ­στα­τεύ­ουν καί ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται μέ­χρι θα­νά­του. Θα­νά­του, ἐ­άν χρεια­σθεῖ καί μαρ­τυ­ρι­κοῦ, ὅ­πως οἱ ἅ­γιοι Ἀβ­βά­δες τῆς Μο­νῆς τοῦ ἁ­γί­ου Σάβ­βα.

Ἔνθεοι Σάλπιγγες.
Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη.




Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια