Ο πόνος λοιπόν σαν άλλο αλέτρι μπαίνει μέσα στην ύπαρξή σου –είτε ως σωματικός είτε ως ψυχικός πόνος– και σε οργώνει αλύπητα, χωρίς καθόλου να σε ρωτάει. Ακόμη κι αν σφαδάζεις, ακόμη κι αν βογγάς κι αν τσιρίζεις και ό,τι άλλο κι αν κάνεις από τον πόνο, δεν σε ρωτάει καθόλου. Πονάς χωρίς όρια. Εδώ είναι το μυστικό τώρα. Εάν δεν παραπονείσαι, καθώς πονάς, εάν δεν γογγύζεις, εάν, όσο μπορείς, άσχετα αν βογγάς, κάνεις υπομονή και λες -να ‘ναι ευλογημένο, Θεέ μου, θα βγει πολύ καλό για την ψυχή σου.
Πώς θα γίνει αυτό; Καθώς πας να βογγήξεις και σου έρχεται να πεις -αχ-, εσύ αντί να πεις -αχ-, να πεις: -Να ‘ναι ευλογημένο, Θεέ μου. Και να είναι μεν ένα βογγητό, αλλά που να σημαίνει -να ‘ναι ευλογημένο-· Σαν να λες δηλαδή: -Ξέρεις, Θεέ μου, ότι πονώ πολύ. Ξέρεις ότι θα ήθελα να σταματήσει ο πόνος, αλλά όπως θέλεις εσύ. Ας μη γίνει το δικό μου θέλημα. Εάν λοιπόν κάπως έτσι κανείς σκέπτεται και ενεργεί, όταν έχει πόνο, εάν μια τέτοια στάση παίρνει, τότε ο πόνος βγάζει πολύ καλό, γιατί, όπως είπαμε, σαν το αλέτρι πηγαίνει βαθιά και βγάζει τις ρίζες των παθών.
Με τον πόνο ξεθεμελιώνεται μέσα στην ψυχή του ανθρώπου κάθε ρίζα εγωιστική, κάθε ρίζα σκληρή· φεύγουν αυτά, και μένει ο άνθρωπος με την ευλογία του Θεού και είναι ταπεινός. Έχει και αυτό το καλό ο πόνος. Όταν ευλογηθείς κάτω από άλλες συνθήκες, υπάρχει κίνδυνος να υπερηφανευθείς. Αλλά όταν ευλογηθείς, αφού πονέσεις, και πονέσεις μάλιστα πολύ, τότε δύσκολα υπερηφανεύεσαι. Ταπεινώνεσαι, συντρίβεσαι, λιώνεις. Γίνεσαι στάχτη ενώπιον του Θεού.
π. Συμεών Κραγιόπουλος. (Το μυστήριο του πόνου).

0 Σχόλια