ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΚΛΕΦΤΗΣ!!!

 ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΚΛΕΦΤΗΣ

Ένα πρωί στο Κα­λύ­βι χτύ­πη­σε κά­ποιος το σι­δε­ρά­κι στην πόρ­τα. Κοί­τα­ξα από το πα­ρά­θυ­ρο να δω ποιός εί­ναι, για­τί δεν ήταν ακό­μη η ώρα να ανοί­ξω. Είδα έναν νέο με φω­τει­νό πρό­σω­πο και κα­τά­λα­βα ότι είχε βιώ­μα­τα πνευ­μα­τι­κά, αφού τον πρό­δι­δε η Χά­ρις του Θεού. Γι' αυτό, αν και ήμουν απα­σχο­λη­μέ­νος, διέ­κο­ψα αυτό που έκα­να, άνοι­ξα την πόρ­τα, τον πήρα μέσα, του πρό­σφε­ρα ένα νερό και με τρό­πο άρ­χι­σα να τον ρω­τάω για την ζωή του, για­τί έβλε­πα ότι είχε πνευ­μα­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο. ''Τί δου­λειά κά­νεις, παλ­λη­κά­ρι;'', τον ρώ­τη­σα. ''Τί δου­λειά, πά­τερ; μου λέει. Εγώ στην φυ­λα­κή με­γά­λω­σα. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νια της ζωής μου εκεί τα πέ­ρα­σα. Τώρα εί­μαι 26 χρο­νών''. ''Κα­λά, βρε παλ­λη­κά­ρι, τί έκα­νες, και σε έκλει­ναν φυ­λα­κή;'', τον ρώ­τη­σα. Και εκεί­νος μου άνοι­ξε την καρ­διά του: ''Ά­πό μι­κρός, μου είπε, πο­νού­σα πολύ, όταν έβλε­πα δυ­στυ­χι­σμέ­νους αν­θρώ­πους. Ήξε­ρα όλους τους πο­νε­μέ­νους, όχι μό­νον από την ενο­ρία μου, άλλα και από άλ­λες ενο­ρί­ες. Επει­δή ο πα­πάς της ενο­ρί­ας μας με τους επι­τρό­πους μά­ζευαν συ­νέ­χεια χρή­μα­τα και έφτια­χναν κτί­ρια, αί­θου­σες κ.λπ. ή έκα­ναν διά­φο­ρους εξω­ραϊ­σμούς, εί­χαν πα­ρα­με­λη­θεί τε­λεί­ως οι φτω­χές οι­κο­γέ­νειες. Εγώ δεν κρί­νω εάν ήταν απα­ραί­τη­τα αυτά που έφτια­χναν, αλλά έβλε­πα να υπάρ­χουν πολ­λοί δυ­στυ­χι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι. Πή­γαι­να λοι­πόν κρυ­φά και έκλε­βα από τά χρή­μα­τα που μά­ζευαν από τους ερά­νους. Έπαιρ­να αρ­κε­τά, δεν τα έπαιρ­να όλα. Ύστε­ρα αγό­ρα­ζα τρό­φι­μα, διά­φο­ρα πράγ­μα­τα, τα άφη­να κρυ­φά έξω από τα σπί­τια των φτω­χών και αμέ­σως, για να μην πιά­σουν άλ­λον άδι­κα, πή­γαι­να στην αστυ­νο­μία και έλε­γα: εγώ έκλε­ψα τα χρή­μα­τα από την Εκ­κλη­σία και τα ξό­δε­ψα, χω­ρίς να πω τί­πο­τε άλλο. Με άρ­χι­ζαν στο ξύλο και στο βρι­σί­δι, ''α­λή­τη, κλέ­φτη'', εγώ σιω­πού­σα. Με έκλει­ναν μετά στην φυ­λα­κή. Αυτή η δου­λειά γι­νό­ταν για χρό­νια. Όλη η πόλη όπου έμε­να και άλ­λες πό­λεις, με εί­χαν μά­θει, και αλή­τη με ανέ­βα­ζαν, κλέ­φτη με κα­τέ­βα­ζαν. Εγώ σιω­πού­σα και ένιω­θα χαρά. Κά­πο­τε μά­λι­στα, με εί­χαν κλεί­σει στην φυ­λα­κή 3 ολό­κλη­ρα χρό­νια. Με­ρι­κές φο­ρές με έκλει­ναν άδι­κα στην φυ­λα­κή και όταν έπια­ναν τον ένο­χο, με άφη­ναν. Αν δεν τον έπια­ναν, κα­θό­μουν μέσα, όσο έπρε­πε να κα­θή­σει εκεί­νος. Γι' αυτό σου είπα, πά­τερ μου, ότι τα πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νια της ζωής μου τα πέ­ρα­σα στις φυ­λα­κέ­ς''. Αφού τον άκου­σα με προ­σο­χή, του είπα: ''Βρε παλ­λη­κά­ρι, όσο καλό και αν φαί­νε­ται αυτό, δεν εί­ναι καλό και να μην το ξα­να­κά­νεις. Άκου τι θα σου πω. Θα με ακού­σεις;''. ''Θα σε ακού­σω, πά­τερ'', μου λέει. ''Να απο­μα­κρυν­θείς από αυ­τήν την πόλη, του λέω, να πας σε άγνω­στο πε­ρι­βάλ­λον, στην τάδε πόλη και εγώ θα φρον­τί­σω να συν­δε­θείς με κα­λούς αν­θρώ­πους. Να ερ­γά­ζε­σαι και να βο­η­θάς, όσο μπο­ρείς, τους πο­νε­μέ­νους από το υστέ­ρη­μά σου, επει­δή αυτό έχει με­γα­λύ­τε­ρη αξία. Αλλά, και όταν κα­νείς δεν έχει τί­πο­τε να δώ­σει σε έναν φτω­χό και πο­νά­ει η καρ­διά του, τότε κά­νει ανώ­τε­ρη ελεη­μο­σύ­νη, διό­τι κά­νει ελεη­μο­σύ­νη με το αίμα της καρ­διάς του. Για­τί, εάν είχε κάτι και το έδι­νε, θα αι­σθα­νό­ταν και χαρά, ενώ, όταν δεν έχει να δώ­σει, αι­σθά­νε­ται πόνο στην καρ­διά''. Μου υπο­σχέ­θη­κε, ότι θα ακού­σει την συμ­βου­λή μου και έφυ­γε χα­ρού­με­νος. Έπει­τα από 7 μή­νες παίρ­νω ένα γράμ­μα του από τις φυ­λα­κές του Κο­ρυ­δαλ­λού, στο όποιο έγρα­φε τα εξής: ''Α­σφα­λώς, πά­τερ μου, θα απο­ρή­σεις, που σου γρά­φω πάλι από την φυ­λα­κή μετά από τό­σες συμ­βου­λές που μου έδω­σες και μετά τις υπο­σχέ­σεις που σου έδω­σα. Μάθε, ότι αυ­τήν την φορά, υπη­ρε­τώ μιά άδι­κη φυ­λά­κι­ση, αφού έγι­νε κά­ποιο λά­θος. Ευ­τυ­χώς που δεν υπάρ­χει αν­θρώ­πι­νη δι­καιο­σύ­νη, για­τί θα αδι­κούν­ταν οι πνευ­μα­τι­κοί άν­θρω­ποι, επει­δή θα έχα­ναν τον ου­ρά­νιο μι­σθό''. Όταν διά­βα­σα αυτά τα τε­λευ­ταία λό­για, θαύ­μα­σα αυ­τόν τον νέο, που είχε πά­ρει τόσο ζε­στά την πνευ­μα­τι­κή ζωή και είχε συλ­λά­βει τόσο βα­θιά, το βα­θύ­τε­ρο νόη­μα της ζωής! Διά Χρι­στόν κλέ­φτης! Μέσα του είχε Χρι­στό. Δεν μπο­ρού­σε να φρε­νά­ρει τον εαυ­τό του από την χαρά που ένιω­θε. Θεία πα­λα­βο­μά­ρα, πα­νη­γύ­ρι είχε! Κο­σμι­κός άν­θρω­πος ήταν, ούτε Συ­να­ξά­ρια ούτε Πα­τε­ρι­κά είχε δια­βά­σει και, ενώ έτρω­γε άδι­κα ξύλο, τόν έκλει­ναν στην φυ­λα­κή, τον εί­χαν μέσα στην πόλη για αλή­τη, για πα­λιό­παι­δο, για κλέ­φτη, γι­νό­ταν ρε­ζί­λι, αυ­τός δεν μι­λού­σε και τα αν­τι­με­τώ­πι­ζε όλα τόσο πνευ­μα­τι­κά! Νέος άν­θρω­πος και δεν φρόν­τι­ζε να απο­κα­τα­στα­θεί, αλλά πως να βο­η­θή­σει τους άλ­λους...! 

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια