Κάποτε ένα καράβι ναυάγησε στόν ωκεανό. Ενας πατέρας μέ τά δύο του παιδιά,χαροπάλευαν μέσα στά κύματα.Ωσπου βρήκαν μία σανίδα καί κρατημένοι από αυτήν,βγήκαν σ'ένα ξερονήσι. Ερημο ήταν τό νησί. Εδώ σκεπτόντουσαν ότι θά πεθάνουν όλοι. Οταν όμως άρχισε νά βραδυάζει είδαν ψηλά στό ξερονήσι, μία φωτιά. Αυτό ήταν ένα παρήγορο σημάδι γι αυτούς, ότι τό νησί κατείται από κάποιους λιγοστούς ανθρώπους. - Ας πάμε εκεί, λέγει στά παιδιά του. Αλά τό κρύο ήταν δυνατό καί τσουχτερό. Είχαν μελανιάσει τά κορμιά τους καί τά παιδιά ήταν αδύνατον νά περπατήσουν.-Μπρός παιδιά μου, έλεγε ο πατέρας,κουράγιο,πάμε. Κοντά είναι. Θά βρούμε μία καλύβα. Θά σωθούμε. Αλλά τά παιδιά όλο καί περισσότερο παρέλυαν.Τότε ο πατέρας πήρε μία βέργα κι άρχισε νά τά χτυπά, πότε τό ένα καί πότε τό άλλο.Τελικά τά αφύπνησε, τά ξύπνησε, τά ενεργοποίησε,τά δραστηριοποίησε καί αφού συνήλθαν, έφθασαν στόν τόπο απ όπου έβγαινε ό καπνός τής φωτιάς,( από μία καλύβα).Εκεί έμενε ένας βοσκός ,ο οποίος καί τούς φιλοξένησε, παρέχοντάς τους, πρώτα λίγη ζεστασιά καί λίγο ψωμάκι καί στήν συνέχεια τούς βοήθησε νά επιστρέψουν στό σπίτι τους.
Αυτό κάνει Ο ουράνιος Πατέρας μας σ'εμάς. Εμείς είμαστε οί ναυαγοί τής ζωής καί κατοικούμε στό ξερονήσι, αυτό πού λέγεται γή. Κι έρχεται ο Πατέρας μας ο ουράνιος, βλέπει τά μάτια μας νά θολώνουν, τίς δυνάμεις τής ψυχής μας νά παραλύουν, τά χέρια μας νά μελανιάζουν, τήν καρδιά μας νά είναι ακίνητη καί παγωμένη καί μέ τούς ραβδισμούς Του, μέ τίς θλίψεις, μέ τά βάσανα καί μέ τόν συντριμό τού πόνου, μάς ξυπνά. Κινητοποιεί τίς δυνάμεις μας, γιά νά μας οδηγήσει, όχι σέ κάποιο καλύβι, αλλά στό ανάκτορο Τού Θεού, στήν Βασιλεία τών Ουρανών,τής οποίας, είθε όλοι νά αξιωθούμε, γιά νά απολαύσουμε τήν αιώνια χαρά, γιά τήν οποία Ο Θεός, έπλασε καί προώρισε τόν άνθρωπο. Αμήν.
Η ευλογία τών θλίψεων.Αρχιμ.π.Θεοφίλου Ζησοπούλου.Ιεροκήρυκος.
.jpg)
0 Σχόλια