ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ...ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΤΟ ΚΑΚΟ!!!
Γεννήθηκε το 1889 στο χωριό Χρυσά κοντά στα Σάλωνα, ἀπὸ τὸν Εὐθύμιο καὶ τὴν Εὐσταθία. Σὲ μικρή ηλικία ὠρφάνεψε ἀπὸ πατέρα. Μὲ τὴ μητέρα του Ευσταθία, τὴν ἀδελφή του Παρασκευή καὶ τὸν ἀδελφό του Γιάννη έγκαταστάθηκαν στην Κόρινθο καὶ ἀπὸ μικρός εργαζόταν ὡς ὑπάλληλος σε παντοπωλείο. Αργότερα έκανε δικό του μικρό μαγαζί που πωλούσε τρόφιμα. Η δικαιοσύνη του στο ζύγι ἦταν παροιμιώδης. Έβαζε λίγο παραπάνω γιὰ νὰ μὴν ζημιώνη τὸν πελάτη. Ὁ ἀδελφός του σκοτώθηκε το 1918 και ή μητέρα του από τη στενοχώρια της έπαθε στο μυαλό. Επίσης ή αδελφή του αρρώστησε, γιατί τὴ χτύπησε ἄγρια ή θεία της. Όλη τὴν ἡμέρα γύριζε στους δρόμους μὲ ἕνα καλάμι καὶ τὸ βράδυ ἐρχόταν στο σπίτι γιὰ ὕπνο. Ὁ Μήτσος ὑπέμεινε τις βρισιές και τις φωνές της μητέρας του ήρεμα καὶ χαμογελαστός. Τοῦ πετοῦσε στο πρόσωπο ό,τι εύρισκε μπροστά της. Αυτός πήγαινε, πλενόταν και ὕστερα χαμογελαστός ρωτούσε τὴ μητέρα του ἂν θέλη κάτι. Τὸν ἔβριζε μὲ τὰ χειρότερα λόγια λέγοντάς του: «Τοῦρκε, βάρβαρε, λύκε», καὶ αὐτὸς δὲν ἔλεγε τίποτε. Τοῦ ἔβαζε το μαχαίρι στον λαιμό, καὶ αὐτὸς χαμογελαστὸς δὲν ἀντιδροῦσε. Οι γείτονές του άκουγαν μέχρι ἀργὰ τὴ νύχτα τις φωνές τῆς μάννας του. Λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν κοιμόταν καλά ὁ Μήτσος, κατά τη διάρκεια τῆς ἡμέρας λιποθυμούσε καὶ ἔπεφτε κάτω. Κάποια φορά από το πέσιμο έπαθε διάσειση καὶ νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο. Ζούσε αγόγγυστα μία μαρτυρική ζωή. Πάντα χαμογελαστός ὑπηρετοῦσε μάννα και άδελφη με υπομονή καὶ ἀγάπη, μέχρι που έκοιμήθη ή μητέρα του σὲ ἡλικία 105 ἐτῶν, Ο ίδιος ζούσε ασκητική ζωή. Κοιμόταν σὲ ἕνα κρεββάτι αποτελούμενο από δύο σανίδες που ἑστηρίζοντο πάνω σὲ δύο κασόνια. Ρούχα εἶχε μόνο μία αλλαξιά καλοκαιρινή καὶ μία χειμωνιάτικη. Εἶχε μόνο τὰ ἀπαραίτητα καί αὐτὰ ἁπλὰ καὶ φτωχικά. Το φαγητό του ἦταν ἐπίσης λιτό καί ἀσκητικό. Δεκατρία μακαρόνια έβραζε ή μία κούπα όσπρια ή λίγες πατάτες καὶ περνοῦσε ὅλη τὴν ἡμέρα. Έκανε κάθε μέρα ἐνάτη, έτρωγε πάντα μόνο μία φορά τὴν ἡμέρα καὶ κάποιες μέρες δὲν έτρωγε τίποτε. Δὲν ἐδέχετο από τους ἄλλους δώρα και περιποιήσεις. Ήταν σιωπηλός, ἔλεγε λίγα λόγια, τὰ ἀπαραίτητα, καὶ δὲν κατέκρινε κανέναν. Εἶχε γράψει σε ένα χαρτόνι το ρητό: «Ὁ τηρῶν τὸ ἑαυτοῦ στόμα, τηρεῖ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν», καὶ τὸ εἶχε τοιχοκολλημένο. Δὲν ξέφευγε περιττὸς καὶ ἀργός λόγος ἀπὸ τὸ στόμα του. Καὶ ὅπως λέγει ὁ Ἀπ. Ἰάκωβος ό Αδελφόθεος, «εῖ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατός χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σώμα». Τέτοιος τέλειος ἀνὴρ ἦταν καὶ ὁ ταπεινός καὶ ὀλιγόλογος Μήτσος. Ὅταν τὸν ρωτούσαν κάτι πνευματικό, άπαντοῦσε και συμβούλευε με λεπτότητα και αγάπη. Ἀγαποῦσε τὴν προσευχὴ καὶ δὲν σταματοῦσε νὰ προσεύχεται μέρα-νύχτα. Εἶχε συνηθίσει να ἀγρυπνῆ, διότι δὲν τὸν ἄφηναν οι φωνές τῆς μητέρας του να κοιμηθῆ, και ἔτσι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς νύκτας προσηύχετο. Ήξερε λίγα γράμματα, ἦταν τῆς Πέμπτης Δημοτικού, μελετούσε πολύ τὴν Ἁγία Γραφή και ἀποστήθιζε προσευχές. Κάθε Πέμπτη πήγαινε σε γνωστά του γειτονικά σπίτια καὶ τοὺς διάβαζε βιβλία πνευματικά. Ήταν πολύ ταπεινός και αφοσιωμένος στην προσευχή, γι' αὐτὸ τὸν ἐπεσκέπτοντο πολλοί γιὰ νὰ τὸν συμβουλευθούν. Κάποια νέα έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και, ἐνῷ ἦταν ἄριστη μαθήτρια, δὲν πέρασε. Ήταν πολύ στενοχωρημένη καὶ πῆγε μαζὶ μὲ τὴν μητέρα της στὸν Μήτσο νὰ τὴν παρηγορήση. "Έκαναν όλοι μαζί Παράκληση και ὕστερα εἶπε στη νέα: «Παιδί μου, μή στενοχωρήσαι, διότι ὁ Θεός για σένα ἄλλες πόρτες ετοιμάζει». Πράγματι, τὴν ἐπομένη χρονιὰ τὴν πήραν χωρὶς ἐξετάσεις, ὡς ἀριστοῦχο, στὴν Ἀνωτάτη Βιομηχανική Πειραιώς. Σὲ ἕνα χρόνο τη ζήτησε σε γάμο κάποιος νέος μὲ τὴν προϋπόθεση νὰ μὴ συνέχιση τη φοίτησή της οὔτε νὰ ἐργασθή. Παντρεύτηκε, άπεκτησε τέσσερα παιδιά και θυμήθηκε τὰ λόγια του Μήτσου. Θεώρησε ότι ή μία πόρτα ἦταν ή σχολή καὶ ἡ ἄλλη ὁ γάμος. Μετὰ τὸν μεγάλο σεισμὸ τοῦ 1981 στην Κόρινθο συζητήθηκε από μερικούς πιστοὺς ὅτι: «Νά, κάτι τέτοιοι ἄνθρωποι σὰν τὸν κυρ-Μήτσο προσηύχοντο καὶ δὲν ἔγιναν μεγάλες ζημιές στὴν Κόρινθο». (Δηλαδή δὲν σκοτώθηκαν ἄνθρωποι, παρ' όλο που ο σεισμός ἔγινε νύχτα). Στήν Ἐκκλησία πρώτος πήγαινε να λειτουργηθῆ καὶ ἦταν πάντα σκυφτός καὶ προσεκτικός. Ὅταν ἦταν νὰ κοινωνήση, όλοι παραμέριζαν γιὰ νὰ περάση. Τοῦ ἔδιναν προτεραιότητα να κοινωνά πρώτος. Έπαιρνε το αντίδωρο στο τέλος και ἔφευγε. Όταν τόν χαιρετοῦσαν, δὲν σήκωνε το κεφάλι του νὰ τοὺς δῆ, ἀλλὰ σκυφτός άντιχαιρετοῦσε μὲ ἕνα ἀχνό, γαλήνιο, πονεμένο μειδίαμα. Μετά τη συνταξιοδότησή του αφιερώθηκε περισσότερο στην προσευχή και στη Λατρεία. Παρακολουθοῦσε ἀνελλιπῶς ὅλες τις Λειτουργίες, σχεδόν κάθε μέρα ἂν εὕρισκε, καὶ κοινωνοῦσε συχνά. Ὅταν δὲν ὑπῆρχε ψάλτης, ἔψαλλε ὁ ἴδιος. Ἡ χάρις τοῦ θεοῦ ἦταν ἐμφανής στὸ ἀσκητικό του πρόσωπο. Ένα παιδάκι βλέποντας μία μέρα τὸν κυρ-Μήτσο ποὺ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, εἶπε στὸν πατέρα του ότι ο κυρ-Μήτσος ἔχει φωτοστέφανο στο κεφάλι του. Κάποτε, ὅταν πήγε να κοινωνήση, ένα παιδάκι είπε στη μητέρα του: «Μαμά, κοίτα, ὁ κυρ-Μήτσος πετάει φωτιές». Συνέβη κάποτε ἕνα ἐπεισόδια ἔξω ἀπὸ τὸ κατάστημά του και τον κάλεσαν ὡς μάρτυρα στη δίκη. Στενοχωριόταν καὶ ἀγωνιοῦσε, γιατί δὲν ἤθελε νὰ ὀρκιστή. Όταν κλήθηκε να καταθέση, τοῦ εἶπε ὁ Πρόεδρος: «Κύριε Αργυρόπουλε, ἀπό σᾶς δὲν θέλουμε νὰ ἀρκιστῆτε, διότι είμαστε σίγουροι ότι θὰ μᾶς πείτε τὴν ἀλήθεια». Ἡ ἠρεμία του καὶ ἡ ἀνεξικακία του ήταν παροιμιώδεις. Κάποιος τὸν χτύπησε μὲ τὸ ποδήλατό του, τὸν ἔρριξε κάτω και τὸν ἔβρισε κιόλας. Ο κυρ-Μήτσος σηκώθηκε, ξεσκονίστηκε και χαμογέλασε, χωρίς νὰ πῆ τίποτε. "Έκανε κρυφά πολλές ἐλεημοσύνες. Τα δανεικά ποὺ τοῦ ζητοῦσαν, ὅταν τὰ ἐπέστρεφαν δὲν τὰ έπαιρνε. Εφάρμοζε τὸ «μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ή λαμβάνειν». Βοηθούσε ἄρρωστους, φτωχούς καὶ ορφανά. Πήγαινε τη νύχτα σὲ φτωχές οἰκογένειες μὲ ἕνα καλάθι γεμάτο τρόφιμα, τὰ ἄφηνε στην πόρτα καὶ ἔφευγε, χωρίς νὰ τὸν ἰδοῦν. Μὲ ἄλλους άδελφούς ἵδρυσαν το 1924 τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανικό Σύλλογο «Ο Απόστολος Παῦλος». Ο φτωχός Μήτσος δώρισε τὸ οίκημα, όπου κτίσθηκε αίθουσα τοῦ θείου κηρύγματος. Συμβούλευε: «Όλους νὰ ἀγαπᾶς και ἀπὸ ὅλους νὰ ἀπέχης», «Νὰ ἀγαπάτε τοὺς έχθροὺς ποὺ σᾶς ἔκαναν κακά», «Ἡ προσευχή νὰ μὴ σᾶς λείπη. Πρώτα νὰ προσεύχεσθε για τους ξένους και τούς έχθρούς σας», «Προσπαθήτε να κάνετε πάντοτε τὸ καλὸ καὶ ποτὲ τὸ κακό», «Να κάνωμε προσευχή για όσους μᾶς κατηγοροῦν». «Ὁ Θεός δίνει πολλές δοκιμασίες και πρέπει νὰ κάνωμε ύπομονή». Χειρουργήθηκε τρεῖς φορές από βουβωνοκήλη. Στο Νοσοκομείο τη Μεγάλη Εβδομάδα, κάνοντας ὑπακοή στοὺς γιατρούς, έφαγε κρέας. Έφθασε μέχρι τὸν θάνατο καὶ ὕστερα συνῆλθε. Εἶχε στο προσκέφαλό του ένα μπαουλάκι με μία ἀλλαξιά ρούχα γιὰ τὸ αἰώνια ταξίδι. Το βιβλιάριο του με τις λίγες οικονομίες του το χάρισε σὲ ἕνα ἀνάπηρο παιδί. Τα δύο τελευταία χρόνια δὲν ἐπικοινωνούσε και εκοιμήθη σε ηλικία 97 ἐτῶν στις 21 Ιουνίου 1986, παραμονή της Πεντηκοστής, καὶ ἀνήμερὰ τῆς Πεντηκοστῆς ἔγινε ή κηδεία του. Στὸν ἐπικήδειο λόγο ο μακαριστός γυμνασιάρχης καὶ πρώην Δήμαρχος Κορίνθου κ. Σήφης Κόλλιας ἄρχισε ὡς ἑξῆς: «Σήμερα ή Κόρινθος κηδεύει τὸν ἅγιό της...».

0 Σχόλια