ΑΧ ΓΛΥΚΟ ΜΟΥ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΝΑ'ΞΕΡΕΣ ΠΟΣΟ ΣΕ ΑΓΑΠΑ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ...!!!

 ΑΧ ΓΛΥΚΟ ΜΟΥ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΝΑ'ΞΕΡΕΣ ΠΟΣΟ ΣΕ ΑΓΑΠΑ Ο   ΧΡΙΣΤΟΣ...!!!



«Ἡ παραστρατημένη καί ἡ Γερόντισσα Γαλακτία»

Πολλά τα περιστατικά… Θα αναφερθώ στην περίπτωση μιας παραστρατημένης που συγκέντρωνε πάνω της τις λοξές ματιές του «αμίαντου» κοινωνικού περίγυρου και την απαρέσκεια των ναρκισσιστών της τελειότητας… . Ήταν μια νεαρή γυναίκα με πολύπλαγκτη βιοτή από τα παιδικά της χρόνια. Ζούσε μέσα στην ορφάνια, την φτώχια, την κακουχία, την στέρηση, του καθημερινού βιοποριστικού έργου την οδύνη, αρκετών ανθρώπων την βαρβαρότητα, των πλουσίων τη βλοσυρότητα, των αφεντάδων την κακοήθεια και φυσικά των συγγενών και φίλων την λησμοσύνη… Πόσα τέτοια νέα παιδιά που στερούνται τα προς το ζην, δεν θυματοποιούνται ποικιλοτρόπως από «σαρκοβόρα» και απάνθρωπα αφεντικά και αδυνατούν να αποσπασθούν από τον εκμαυλισμό και την εκμετάλλευση των προαγωγών τους! Τραγικά σπουργιτάκια! ….. Η τσακισμένη εκείνη από την αμαρτία κοπέλα, βρήκε καταφύγιο στην αγκαλιά της Γερόντισσας Γαλακτίας. Η σεσημασμένη κοντά στην Χαριτωμένη! Η κατεγνωσμένη δια τον βίον, κοντά στη διακεκριμένη ως προς τον τρόπον! Η υπόκοσμη δίπλα στην υπέρκαλλη! Το επισυρόμενο μιαντήριο συντροφιά με το ουράνιο ευωδιαστήριο! Ο βόρβορος πλησίον στο θησαυρό! Δεν λέγεται, δεν περιγράφεται η αγαθή και σωτήρια αυτή συντυχία! Δεν μου τα είπαν, τα είδα, τα έζησα από πρώτο χέρι. Τα έβλεπα καθημερινά… Περίμενε η τραγική εκείνη ύπαρξη κάθε βράδυ να αδειάσει το σπίτι από ανθρώπινη παρουσία. Ερχόταν με το αυτοκίνητό της. Γονάτιζε και έβαζε το κεφάλι της πάνω στα πόδια της καθήμενης, ανήμπορης σωματικά Γερόντισσας… Δεν μιλούσε. Έκλαιγε μόνο, με κάτι δάκρυα ασταμάτητα, καυτά, θαλερά… Η Γερόντισσα έκλαιγε και εκείνη σιωπηλά και την χάιδευε στοργικά στο κεφάλι: «Γλυκό μου κοριτσάκι» την άκουσα και της είπε κάποτε, «να ’ξερες πόσο σε αγαπά ο Χριστός»! Κάποτε, μια θερινή βραδιά, καθόταν έξω στην αυλή. Το ίδιο σκηνικό. Αδιαφορούσαν για την έκπληξη ή και την επίκριση των διερχομένων που τις έβλεπαν. Η ευτέλειά μου ευρίσκετο μέσα στο δωμάτιο της Γερόντισσας. Κάτι έγραφα. Ήταν ανοιχτό το παράθυρο της πόρτας. Άκουσα τα γλυκά αλλά και αφυπνιστικά λόγια της γιαγιάς, όπως απευθύνονταν ήρεμα, στοργικά, σαν δροσιστική αύρα στα αυτιά και στα εσώψυχα της γυναίκας εκείνης: – «Όλοι μας παιδί μου λίγο ή πολύ εργαστήκαμε στου σκοταδιού τα έργα, εδουλέψαμε στου διαβόλου το χωράφι και πικράναμε τον Χριστό! Καιρός να αποτινάξουμε από πάνω μας τον κουρνιαχτό της αμαρτίας, να πάρομε τον δρόμο της επιστροφής και να γυρίσομε στο σπίτι του Πατέρα μας! Μας περιμένει με λαχτάρα και αγωνία! Πάνω στο Σταυρό «ύφανε» για τον καθένα μας καινούργια λαμπερή στολή. Αρκεί να τον αφήσομε να μας πλησιάσει. Αυτός φλέγεται να το κάνει. Αν του το επιτρέψουμε, τότε μια ρανίδα από το Πανάγιο Αίμα Του, όταν σμίξει με ένα δικό μας καυτό δάκρυ μετάνοιας, όχι μόνο κάνει απόσβεση χρεών, αλλά μας καινουργιώνει κιόλας ενώπιον του Δικαιοκρίτου Θεού… Εμένα που με βλέπεις, έχω κάνει χειρότερα από εσένα! Αλλά επιστρέφω κάθε μέρα κοντά Του και ελπίζω στο έλεός Του». – «Μη μου τα λες σ’ εμένα θεία Γαλάτεια αυτά», απάντησε η κοπέλα. «Σε ξέρω καλά. Ούτε αέρας δεν σε έχει αγγίξει. Τί μου λες τώρα ότι εσύ είσαι από εμένα χειρότερη…» – «Και όμως παιδί μου, ισχύει απόλυτα αυτό που σου είπα», συνέχισε η ακατάκριτη και ταπεινότατη Γερόντισσα..! «Ο Θεός, παιδί μου, διαφορετικά κρίνει! Είμαι χειρότερη από εσένα, γιατί ένοιωσα από μικρή την αγάπη του Θεού, αλλ’ όμως τις δωρεές Του δεν τις εργάσθηκα για την δική Του Δόξα! Αυτό είναι βαρύτερο απ’ όσα έκανες εσύ!». Πέρασε καιρός, δεν την βλέπαμε πια να έρχεται τα βράδια. Ένα καλοκαιρινό σούρουπο, 7 Αυγούστου, κατέβηκα κατά τις 9μμ από τον Ναό της Οσίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου στο σπίτι της Γερόντισσας. Αμέσως, μου δίνει ένα γράμμα από την κοπέλα εκείνη, που το διακρατώ ως ιερότατο κειμήλιο και αφυπνιστική σάλπιγγα στα ώτα της δικής μου ψυχής… Ήταν γραμμένο με μολύβι σε χονδρό χαρτί, σαν αυτό του κρεοπωλείου. Αναφέρει τα εξής: «Θεία Γαλάτεια,δεν έρχομαι, γιατί διαγνώστηκα με τέσσερεις καρκίνους στα ζωτικά όργανα. Είμαι χαρούμενη που φεύγω από την ζωή, γιατί με βοήθησες και μίσησα την αμαρτία και αγάπησα το Χριστό! Δεν έχω όμως ποτέ εξομολογηθεί, γιατί αν θυμάσαι, δίσταζα να το κάνω… Έχω κάνει πολλά αίσχη στη ζωή μου… Και με συγγενείς μου εξ’ αγχιστείας πήγα, και έμβρυα πρέπει να σκότωσα με τα χάπια που έπαιρνα (αντισυλληπτικά). Όμως δεν μπήκα σφήνα ποτέ σε παντρεμένα ζευγάρια και δεν επέτρεψα ποτέ ανώμαλες πράξεις πάνω στο σώμα μου, που οι άνδρες ξετρελαίνονται γι’ αυτά. Πιέστηκα αλλά δεν υποχώρησα. Τώρα ήρθε η ώρα να εξαγορευθώ, μπας και ξεμαγαρίσω. Πες στον π. Αντώνιο, αν δικαιούμαι κι εγώ το κλειδί του Παραδείσου να μη μου το στερήσει. Τον παρακαλώ πολύ να έρθει οπόταν μπορέσει να εξομολογηθώ. Σε φιλώ, η τάδε». Συγκλονίστηκα από το γράμμα και το κράτησα. Απάντησα όμως ότι θα πήγαινα την επομένη. Ήμουν κάθιδρος και αποκαμωμένος. Η Γερόντισσα αντέδρασε έντονα. Διεξήχθη η εξής στιχομυθία: «Τί είπες; Δεν πας απόψε; Πάρε το πετραχήλι και πήγαινε αμέσως». «Δεν πάω απόψε, είμαι κουρασμένος, θα πάω αύριο». «Πήγαινε παιδί μου σε παρακαλώ». «Δεν πάω απόψε». «Πήγαινε σε παρακαλώ. Δεν έχω εγώ χατήρι;» Στο άκουσμα της τελευταίας αυτής φράσης, πήρα το πετραχήλι και κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο. Κάποιος εκ των εξομολογηθέντων με περίμενε με προορισμό το διπλανό χωριό, την Αληθινή, όπου διαμένω. Όταν χτύπησα την πόρτα της βαριά ασθενούσης γυναίκας, διαπίστωσα ότι με είδε σαν «τον από μηχανής Θεό» όπως συνέβαινε στις αρχαίες τραγωδίες. Ήθελε γονατιστή, σαν κατάδικη να εξομολογηθεί. Την εμπόδισα, λέγοντάς της, ότι αν το πράξει, θα κάνω το ίδιο κι εγώ, θα γονατίσω, και θα είναι αφορμή να ταλαιπωρηθώ επειδή ήμουν ήδη πολύ κουρασμένος… Έτσι, συμβιβάστηκε και καθίσαμε και οι δύο. Τί να πω; Δεν ξέρω αν είχα και αν έχω μεταδεί τέτοια συγκλονιστική εξομολόγηση και τέτοια δακρύβρεχτη μετάνοια! Μπροστά μας ένοιωθα τον Χριστό, να απαντά καταφατικά στην αγωνία για λύτρωση, να τέρπεται στη μετάνοια, να ακούει τους στεναγμούς, να υπολογίζει τα δάκρυα, να αισθάνεται το θρήνο, να επιγινώσκει την συντριβή, να προσλαμβάνει και να μεταποιεί μια ταλαιπωρημένη από την αμαρτία ψυχή! Έφυγα κυριολεκτικά «πετώντας»! Αναπτερωμένος και ενθουσιασμένος που μια ψυχή, επέστρεψε από το εμπαθές προαίρημα στο φυσικό θέλημα. Έσπασε τις αλυσίδες των παθών και καταχωρήθηκε πανηγυρικά στον κόσμο «της ελευθερίας των τέκνων του Θεού»!Αποτέλεσμα; Το ίδιο βράδυ ξαφνικά η υγεία της επιδεινώθηκε! 2 π.μ. την παρέλαβε ασθενοφόρο και έκανε την διακομιδή της σε νοσοκομείο του Ηρακλείου! Πόσο δίκιο είχε η Οσία Γερόντισσα που επέμενε να μεταβώ άμεσα στην πρόσκληση της γυναίκας εκείνης! Αν περίμενα την επομένη, θα έφευγε απροπαράσκευη στο ταξίδι για την Αιωνιότητα! Επικοινωνούσαμε τηλεφωνικώς όσο ήταν στο νοσοκομείο και τις έδινα κατευθύνσεις. Πέρασε τις λιγοστές ημέρες που της απέμειναν με συνεχή Θεία Κοινωνία, μελέτη και αδιάλειπτη προσευχή! Ήσυχα ήσυχα ένα πρωινό, έκλεισε τα μάτια της στον κόσμο τούτο τον παρερχόμενο και πολυστένακτο, για να τα ανοίξει ολόλαμπρα στην «ακατάλυτη και αχειροποίητη του ουρανού σκηνή» (Β΄Κορ. Ε΄1-10). Στο ξόδι της συμμετείχε πρωτοστατικά η Γερόντισσα Γαλακτία. Την έκλαιγε αναστάσιμα: «Μαζί με την μανούλα σου και με την Αντωνούλα μου (την ανηψιά της) παιδί μου να αναπαυθείς. Να χαίρεσθε και να με περιμένετε…». Σημειωτέον, την μητέρα της κοπέλας εκείνης που σχετίζονταν κάπως με την Πόμπια, κυριολεκτικά την συντηρούσε βιοποριστικά η Γερόντισσα! Ήταν μια αγνότατη, μαρτυρική και αξιαγάπητη ύπαρξη! Λίγα χρόνια πριν κοιμηθεί η Γερόντισσά μας, είδε ολοζώντανη την μητέρα εκείνη στα ολόλευκα ντυμένη και με ευδιάκριτα άσπρα φτερά στην ωμοπλάτη! Της είπε: – «Πώς ντύθηκες βρε έτσι; Μπαλαρίνα έγινες;» – «Όχι, απάντησε εκείνη! Είμαι Άγγελος εδώ που είμαι! Για κοίτα και λίγο πιο πέρα να δεις με ποια είμαι στην ίδια βαθμίδα και με την ίδια περιβολή». Κοίταξε η Γερόντισσα και είδε την ανηψιά της την Αντωνούλα που παιδιόθεν μεγάλωσε, να λάμπει και εκείνη και να φέρει πάνω της, την ίδια αγγελική φορεσιά!!! Στον επικήδειο της γυναίκας που είναι το κεντρικό πρόσωπο της αφηγήσεώς μας, μου έδωσε εντολή η Γερόντισσα να αναφέρω τα εξής: «Αυτή που προπέμπουμε, σήμερα, έχω απόλυτη την βεβαιότητα για την σωτηρία της. Την εξομολόγησα και διαπίστωσα ότι είχε γρηγορούσα συνείδηση στη ζωή της, γι’ αυτό αξιώθηκε να έχει και δυνατή μετάνοια στην κοίμησή της! Και φυσικά τώρα τυγχάνει και παραδεισένιας πρόσληψης και συνεχούς Θεοφανείας, μέσα στα Άχραντα σκηνώματα της δόξης του Χριστού»! Ζούμε σε μια εποχή εκτροπής και διαστροφής, χυδαιότητος και δολιότητος αφού δεν έχουμε μόνο την ακολασία των πράξεων αλλά και την μετάλλαξη των εννοιών, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει πλέον ψυχοσωματικά διαστραφεί. Π.χ. η λέξη «παρθενία» εκλαμβάνεται σήμερα ως συνώνυμη της ανωμαλίας και εναντιθέτως, η ποικιλότροπη διαφθορά θεωρείται «εύσημο παλικαριάς» και «παράσημο ανδρείας»! Και αυτά δεν συμβαίνουν μόνο μεταξύ νεανιζόντων παιδιών που ζουν έντονα, λόγω ηλικιακής ακμής, την έξαρση της σαρκικότητας, αλλά και μεταξύ ανθρώπων ωριμότερης ηλικίας, που με τους εναγκαλισμούς, τους ασπασμούς και τις αισχρότητες του ψεύτικου και πρόχειρου έρωτα, διακωμωδούν την αγάπη σε όλες τις εκφάνσεις της και την παρουσιάζουν σαν το πιο φθηνό απόκτημα που μπορεί κάποιος να διαθέτει στον τόπο μας… Αν είναι και κληρικός, άνθρωπος δηλαδή ταγμένος με την ποιμαντική του σαγήνη «εις το αρπάσαι κόσμον και δούναι Θεώ» κατά τον Θεολόγο Γρηγόριο, «καλόν ήν αυτώ ει ούκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Ματθ. ΚΣΤ΄, 24). Αλλοίμονο στον κληρικό που ναρκοθετεί «έργω και λόγω» την οδό της μετανοίας των ανθρώπων και γίνεται με το παράδειγμα και την σαπρολογία του προαγωγός στο ψηλαφητό σκοτάδι της αμαρτίας! Οι πόρνες μπορεί να σωθούν, ιδιαίτερα όσες υπήρξαν θύματα οδυνηρών παιδικών χρόνων και δύσκολων συγκυριών ζωής… Οι εκπορνευτές, όμως, και εξωραϊστές της πορνείας, αποκλείεται! Τους αναμένει η αφάνεια, το εξώτερον σκότος, η πιο φλογισμένη «αγκαλιά» της αιωνίου κολάσεως! Μην ξεχνάμε ότι ο Άγιος Πορφύριος, επέτρεψε και ενθάρρυνε τις πόρνες να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό, όταν κατά λάθος μπήκε την παραμονή των Φώτων στο δικό τους χώρο, αλλά εμπόδισε αυστηρά την «αμίαντη» τσατσά που τις είχε στην δούλεψή της και τις επιστράτευσε στο έργο αυτό, να πράξει το ίδιο… .

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια