Ο Γερο Χαράλαμπος ο -κομποσχοινάς.
Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν ο -Γερο-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς. Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την Ευχή, την Ευχή του Ιησού.
Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μ. Ασίας το 1914. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1937. Επέστρεψε στον κόσμο, όπου πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των κατακτητών Γερμανών. Σε μια μάχη γλύτωσε ως εκ θαύματος. Να πως το διηγείται ο ίδιος: -Κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτωθήκανε έκτος ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες και εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τά ’χω τα χέρια μου, τό ’χω το στήθος μου ή μου έφυγε;
Με σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο. Και στον κόσμο σαν καλόγερος ζούσε.
Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία. Με ιδιαίτερη κατάνυξη έψαλλε συνέχεια τα τροπάριά της. Η ευλάβειά του ήταν μεγάλη. Λάτρευε τον Χριστό και τον επικαλούνταν συνεχώς. Έλεγε: -Πρέπει κανείς να χορτάσει Χριστό, μετά έρχονται γλυκά δάκρυα κι έτσι εύχεται με αγαλλίαση και ελπίδα, αλλά πάλι δεν εμπιστεύεται στον εαυτό του αλλά στην ευσπλαχνία του Χριστού. Συνήθιζε να λέει· -Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν συνετιεί αυτόν ο Θεός. Μερικές φορές έκανε και τον διά Χριστόν σαλό.
Η Παναγία και οι άγιοι που θερμά επικαλούνταν, πολλές φορές τον έσωσαν από διάφορους κινδύνους. Κάποτε που τον επισκέφθηκε ένας ιερεύς, συνοδευόμενος από ένα μοναχό, που είχε προβλήματα στο ναό του, του αγίου Γεωργίου, προτού του πει τίποτε, ο Γέρων Χαράλαμπος του είπε: -Να ξέρετε όμως, πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα. Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίσει με αυτό το κοντάρι. Στους κοσμικούς που του ζητούσαν λόγο ωφελείας, αρκούνταν να λέει: -Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν. Υπήρξε ανεξίκακος, συγχωρητικός, υπομονετικός και καλοκάγαθος.
Ο Γερό-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς διηγήθηκε: -Ήταν μία γριούλα στην Μικρά Ασία με μία θαυματουργή εικόνα. Θεράπευε Τούρκους και Χριστιανούς. Στον πόλεμο του 22 αυτή πήρε την εικόνα- ενώ, λοιπόν, σκότωναν οι Τούρκοι, αυτήν δεν την έβλεπαν και ήρθε στην Αθήνα. Με το μύρο πού έβγαζε η εικόνα θεράπευσε άρρωστο…
Όταν έγινε μοναχός στο Καλύβι της Παναγίας Καζάνσκας στην Καψάλα αγωνιζόταν πολύ. Ήταν πανύψηλος και γεροδεμένος. Του είπε κάποιος Χανιώτης μοναχός ότι κάνει 3.000 μετάνοιες την ώρα και προσπάθησε να τον μιμηθεί και ο ίδιος αλλά έπαθε πτώση στομάχου. Έλεγε όταν γήρασε: -Έκανα αδιακρισία. Ο Θεός δεν τα θέλει αυτά.
Έλεγε: -Μεγάλο πράγμα είναι η ευχή. Κάθε φορά που λέμε -Κύριε Ιησού Χριστέ… είναι σαν να λέμε -μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου.
Έπλεκε όλη μέρα κομποσκοίνι λέγοντας την ευχή. Το καλοκαίρι έβγαινε και ξάπλωνε στην αυλή μέσα σε έναν λάκκο πού είχε σκάψει ο ίδιος για να τον ζεσταίνει ο ήλιος. Από κει του βγήκε και το παρατσούκλι -εν τω λάκκω-. Παρά την ηλικία του, υπέργηρος ων, περιποιόταν τον κήπο με πολύ κόπο, καθώς μάλιστα είχε και μία κήλη μεγάλη σαν πορτοκάλι, πού τον ταλαιπωρούσε και πού την έδενε με ένα κομμάτι ράσο. Πέραν τούτου είχε καμπουριάσει από την πολύχρονη άσκηση, γι’ αυτό και η κάθε του κίνηση ήταν εξαιρετικά επίπονη. Του πρότειναν να τον πάνε στο Νοσοκομείο για να κάνη εγχείρηση, καθώς η κατάσταση του ήταν πολύ επικίνδυνη, αλλά αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας: -Δεν πειράζει, αυτός είναι ο κανόνας μου,αν θέλει ο Θεός, δεν παθαίνω τίποτα.
Το γούστο είναι που ήταν και εφευρετικός αλλά και πρωτοπορειακός! Ήταν ο πρώτος που αγόρασε αλυσοπρίονο στο Όρος. Και επειδή του είπαν να προσέχει μήπως βρεί η αλυσίδα και τιναχθεί και τον κόψει τι μηχανεύθηκε; έπιασε και φόρεσε στα χέρια και πόδια του… μπουριά από σόμπες και δυό φύλλα λαμαρίνας στο στήθος και την πλάτη. Σαν τον ..Ρόμποκοπ ήταν!
Όταν έμενε στην Σκήτη Κουτλουμουσίου πήγαινε στο Κυριακό για την λειτουργία της Κυριακής. Παλιά δέν άναβαν σόμπες στους Ναούς στο Άγιον Όρος. Αυτός ο καϋμένος κρύωνε και επειδή δεν άντεχε τόσες ώρες, τυλιγόταν πάνω από το ράσο με μια… κουβέρτα, χωρίς να ενδιαφέρεται που τον έβλεπαν οι άλλοι μοναχοί και προσκυνητές, με αποτέλεσμα να του βγάλουν το παρατσούκλι -Αββάς Σινδόνιος-.
Η πιο αξιομνημόνευτη όμως ιστορία του ήταν όταν του ζήτησε ένας μοναχός το κελλί που είχε και έμενε δίπλα στο Πρωτάτο, στις Καρυές. Αμέσως δέχθηκε να του το δώσει ενώ ήταν ήδη γέρος και όδευε στα ογδόντα. Του το παρέδωσε και πήγε να μείνει σε ένα απομακρυσμένο Σταυρονικητιανό κελλί στην έρημο της Καψάλας. Ένα πρωινό στην πλατεία των Καρυών ακούστηκε ένας παρατεταμένος θόρυβος σαν να κυλούσαν ντετζερέδες… Βγαίνουν έξω από τα καταστήματα πατέρες, μαγαζάτορες και προσκυνητές και τι να δούν! Ο γερο-Χαράλαμπος, απαθέστατος έπλεκε κομποσχοίνι, έχοντας δέσει στην μέση του ένα σχοινί που τραβούσε πίσω του όλη του την πραμάτεια! Μια κατσαρόλα, πιο πίσω ένα μπρίκι, μετά το κουτί με τις χάντρες για τα κομποσχοίνια, ένα σκαλιστήρι και πάει λέγοντας….
-Να προσευχόμαστε για όλους, εκτός από τούς εχθρούς του Θεού, δηλαδή τούς αιρετικούς. Γι’ αυτούς καλά είναι να λέμε: Αν θέλεις. Κύριε, φώτισε τους.
Σε όσους δεν πιστεύουν δεν λέω βαριά πνευματικά λόγια, για να μην κολαστούν πολύ. -Ό γνούς και μή ποιήσας δαρήσεται πολλά.
Κάποιος νέος πήγε να αγοράσει ένα κατοστάρι κομποσκοίνι από τον γερό-Χαράλαμπο. Τον ρώτησε: -Για την αδελφή σου το θέλεις;. Πράγματι το ήθελε για την αδελφή του. Πρόσθεσε: -Να βάλω στην φούντα κόκκινο νήμα, πού είναι το χρώμα της παρθενίας, γιατί θα γίνει καλογριά. Και όντως έγινε μοναχή μετά από λίγα χρόνια.
-Ο Θεός λέει, -θα εξολοθρεύσω πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν. Αλλά πέφτουν (γονατίζουν) οι Άγιοι και λένε -κι εμείς αμαρτωλοί είμαστε, συγχώρεσε μας. Κύριε μας, και σταματάει την οργή Του ο Θεός.
-Μέγα πράγμα έχουμε το -Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Η ευχή τα έχει όλα και σωτηρία ψυχής και υγεία σωματική και φώτιση και ευχαριστία. Να λέμε την ευχή.
-Εν τω ονόματι Ιησού φάλαγγες δαιμόνων συντρίβονται. Εν τω ονόματι Ιησού στην Δευτέρα Παρουσία παν γόνυ κάμψει. Και μερικοί πλανεμένοι λένε: -Τί θα προσκυνήσουμε το όνομα;. Ό Απόστολος Παύλος εννοεί Ότι θα προσκυνήσουμε τον Χριστό, όχι το όνομα. Δεν χωρίζεται ο Χριστός από το όνομα Του, ο ίδιος είναι. Με το όνομα Του οι Απόστολοι έκαναν θαύματα.
-Ο Θεός χαίρεται, όταν λέμε λόγια ψυχικής ωφελείας.
Ο Γερο-Χαράλαμπος ρωτήθηκε από τον πατέρα Θεόφιλο, αν είδε ποτέ και δαίμονες. -Φυσικά, απάντησε. Όπως συμβαίνει και σε κάθε πιστό Χριστιανό, που αγωνίζεται με την καρδιακή προσευχή, με το -Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, αλλά με πίστη δυνατή και με ταπείνωση. Να, και χθες βράδυ είχε έλθει ένας και μ’ ενοχλούσε συνεχώς και δεν μ’ άφηνε να λέω την -Ευχή, ούτε και να κοιμηθώ έστω και δέκα λεπτά. Κάποια στιγμή μου λέγει ο δαίμονας: – Μη λες αυτό το Όνομα και μην τραβάς αυτό το σχοινί (εννοούσε το κομποσχοίνι), και εγώ δεν θα σε ξαναπειράξω. - Ούστ από ‘δω, κοπρόσκυλο, του είπα, εγώ την -Ευχή-θα την λέγω, γιατί προσκυνώ και πιστεύω στη παντοδυναμία του Ονόματος του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και στο πανάγιον Όνομά Του σε επιτιμώ να εξαφανισθείς αμέσως από μπροστά μου, αφού δεν έχεις καμμιά εξουσία. Και εξαφανίστηκε…
Άλλοτε πάλι μόνο με το -Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία… οι δαίμονες εγίνοντο άφαντοι, αφήνοντας πίσω τους μία απαίσια βρώμα. Την δυσωδία όμως των δαιμόνων την διέλυε αμέσως η ευωδία του Αγίου Πνεύματος… Έχουν και μία άγρια μούρη…, πολύ απαίσια!. Όταν ήταν άρρωστος ο Γέροντας Χαράλαμπος ο -κομποσχοινάς- και δεν μπορούσε να σηκωθεί από τις σανίδες που ήταν ξαπλωμένος, έπαιρνε το μπαστούνι του και λέγοντας την -Ευχή- τους κτυπούσε με αυτό. Συνήθως έλεγε: -Δεν τους χωνεύω καθόλου.
Διηγείτο χαριτωμένα όνειρα, οράματα και οπτασίες δαιμόνων και αγγέλων. Δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Έραινε τους διακονητές με θερμές ευχαριστίες για την τόση φροντίδα τους προς αυτόν. Σήκωνε ένα μεγάλο σταυρό από χρόνια. Του είχε δοθεί -σκόλοψ τη σαρκί-, κατά τον θείο Παύλο, για να μην υπεραίρεται. Υπέφερε πολύ από μία μεγάλη κήλη και γι’ αυτό ήταν κλινήρης. Όταν έβγαινε, με δυσκολία επανερχόταν στη θέση της. Γι’ αυτό κι όταν τον συναντούσε κανείς, ήταν ημιξαπλωμένος στη γη. Ήλθε ο καιρός που σταμάτησε πλέον να πλέκει κομποσχοίνια, να μιλάει και να εξιστορεί παλαιά γεγονότα.
Διατηρώντας πλήρη διαύγεια πνεύματος επανελάμβανε μόνον την ευχή.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.2.1998. ημέρα Καθαρά Τρίτη. Εκοιμήθη τον μακάριο ύπνο των δικαίων, αφήνοντας παράδειγμα απλότητος και καρτερίας. Ετάφη στο κοιμητήρι της μονής Σταυρονικήτα.
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
.jpg)
0 Σχόλια