ΟΣΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ Ο ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΟΣ


Κάποιος ευσεβής χριστιανός, έδωσε στόν όσιο παραγγελία,νά ζωγραφίσει τήν εικόνα τής Θεοτόκου, πού τήν είχε τάξει στήν Παναγία,γιά τήν πανήγυρή της καί παρακάλεσε νά είναι έτοιμη εγκαίρως. Αλλά σέ λίγες ημέρες, ο θεοφιλής Αλύπιος αρρώστησε βαριά. Η κοίμησή του πλησίαζε. Ετσι ήταν αδύνατον νά εκπληρώσει τήν παραγγελία. Ο χριστιανός εκείνος, έπεσε σέ μεγάλη θλίψη. Ηρθε στόν Αγιο, πού βρισκόταν στήν κλίνη. σέ κακή κατάσταση καί τόν παρακαλούσε νά βρεί μία λύση, ώστε νά είναι έτοιμη η εικόνα στήν εορτή τής Κοιμήσεως. - Μή θλίβεσαι παιδί μου, αποκρίθηκε μέ σβυσμένη φωνή ο όσιος. Εχε εμπιστοσύνη στόν Θεό καί στό Αγιο θέλημά Του. Η εικόνα τής Κυρίας Θεοτόκου, θά βρίσκεται στήν θέση της, τήν ημέρα τής εορτής.  Παρηγορημένος ο χριστιανός από τά λόγια τού Αγίου, επέστρεψε στό σπίτι του χαρούμενος. Ωστόσο, όταν ήλθε τήν παραμονή τής εορτής γιά νά τήν πάρει, διεπίστωσε πώς δέν ήταν έτοιμη,ενώ ο μακάριος Αλύπιος, είχε βαρύνει περισσότερο. Δυσαρεστημένος τότε έλεγε. - Γιατί παπά Αλύπιε, δέν μέ ειδοποίησες γιά τήν κατάσταση τής υγείας σου ;.Θά έβρισκα άλλον Αγιογράφο γιά νά μού φιάξει τήν εικόνα. Εχω υποσχεθεί νά τήν πάω στήν εκκλησία, αύριο. Τί θά κάνω τώρα ;. Μέ ντρόπιασες! Δέν τό περίμενα αυτό από σένα. - Τέκνο μου, αποκρίθηκε μέ πραότητα ο Οσιος,μήπως από ραθυμία, δέν ετοίμασα τήν εικόνα σου ; Νά ξέρεις πώς Ο Κύριος μπορεί μόνο μ'ένα Του λόγο, νά ζωγραφίσει τήν εικόνα τής Μητέρας Του. Εγώ βέβαια ήδη αναχωρώ απ'άυτόν τόν κόσμο, όπως μού φανέρωσε Ο Θεός.Εσένα όμως , δέν θά σ'αφήσω λυπημένο.  Παρά τήν διαβεβαίωση τού Αγίου όμως, ο χριστιανός έφυγε ταραγμένος.  Αλλά νά ! Σέ λίγο μπήκε μέσα στό κελλί ένας ολόλαμπρος, φωτεινός νέος.. Στάθηκε μπροστά στό καβαλέτο κι άρχισε νά ζωγραφίζει τήν εικόνα τής Θεοτόκου, σιωπηλός.Ο Οσιος τόν παρατήρησε προσεκτικά.Πρώτα άπλωσε στήν εικόνα τό χρυσό.Επειτα έπιασε νά δουλεύει τά χρώματα, μέ απίστευτη ταχύτητα. Σέ τρείς ώρες είχε κιόλας τελειώσει!.  Στράφηκε τότε στόν κατάκοιτο Οσιο καί τού είπε. - Πάτερ, τής λείπει τίποτα; έσφαλα σέ κάτι; - Πολύ καλή τήν έκανες, Αγγελε Τού Θεού, απάντησε εκείνος. Ο Θεός σέ βοήθησε, νά τήν κάνεις υπέροχη. Μετά από αυτό ο Θεόσταλτος ζωγράφος, πήρε στά χέρια του τήν εικόνα καί έγινε άφαντος.  Στό μεταξύ,ο ,χριστιανός πού τήν είχε παραγγείλει,δέν μπόρεσε νά κλείσει μάτι όλη τήν νύχτα από τήν μεγάλη του λύπη. Ξημέρωνε η εορτή τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου.Η πανήγυρη,αλλοίμονο,θά γινόταν χωρίς τήν εικόνα της!  Τό πρωϊ σηκώθηκε μέ βαρειά καρδιά καί κίνησε γιά τήν εκκλησία.Δέν είχε ξημερώσει ακόμη καλά -καλά.Ηταν ο πρώτος πού έφθασε στόν ναό. Θά μπορούσε ανενόχλητος νά κλάψει εκεί, γιά τό σφάλμα του. Μόλις όμως μπήκε μέσα, τί νά δεί! Η εικόνα πανέμορφη κι αστραφτερή, ήταν τοποθετημένη στό προσκυνητάρι της!.- Κύριε ελέησον! φώναξε κι έπεσε κάτω, πιστεύοντας ότι βλέπει όραμα. Οσο περνούσε η ώρα όμως, άρχισε νά πείθεται, ότι η εικόνα ήταν πραγματική. Εν φόβω καί τρόμω, θυμήθηκε τήν διαβεβαίωση τού Οσίου Αλυπίου, ότι η εικόνα, θά είναι έτοιμη,στήν εορτή τής Παναγίας. Γεμάτος δέος,σηκώθηκε και γύρισε στό σπίτι του, γιά νά ειδοποιήσει τούς δικούς του. Κί έτρεξαν όλοι μέ χαρά μεγάλη στήν εκκλησία, κρατώντας κεριά καί θυμιάματα. Αντίκρυσαν τήν εικόνα , νά λάμπει σάν τόν ήλιο.Τόσο πολύ, πού δέν μπορούσαν νά τήν κοιτάξουν κατά πρόσωπο.Επεσαν στήν γή καί τήν προσκύνησαν, τρέμοντας από συγκίνηση.  Μετά τήν εορτή, ο ευσεβής εκείνος χριστιανός,ήλθε στόν ηγούμενο τής μονής τών Σπηλαίων καί τού διηγήθηκε τό θαύμα.Πήγαν μαζί στόν αξιομακάριστο Αλύπιο. Ο ηγούμενος τόν ρώτησε. - Πάτερ Αλύπιε, πώς καί από ποιόν ζωγραφίστηκε η εικόνα αυτού τού ανθρώπου;. Εκείνος τότε τούς διηγήθηκε όλα όσα έγιναν.- Αγγελος Θεού τήν έφιαξε, είπε. Αυτός τήν πήγε καί στήν εκκλησία.Καί νά !!! Ο ίδιος Αγγελος, στέκεται τώρα εδώ δίπλα μου,περιμένοντας εντολή από Τόν Κύριο γιά νά πάρει τήν ψυχή μου. Τόν βλέπετε ; Ευλογητός Ο Θεός! Καί μέ τά λόγια αυτά ο Οσιος, παρέδωσε τό πνεύμα του στόν Κύριο. Ηταν 17 Αυγούστου. Οί αδελφοί κήδεψαν μέ τιμές τό τίμιο σώμα του,στό σπήλαιο τού Οσίου Αντωνίου,δίπλα στούς άλλους κεκοιμημένους πατέρες. Ετσι ο Αγιος καί θαυματουργός εικονογράφος Αλύπιος,πού στόλιζε τίς εκκλησίες μέ τίς εικόνες του,στόλισε τώρα ο ίδιος τόσο τήν γή,όσο καί τόν ουρανό.Τήν γή,μέ τό σεπτό καί πάναγνο σώμα του καί τόν ουρανο,μέ τήν οσία ψυχή του. 
                                                                             
 Πατερικόν τών Σπηλέων τού Κιέβου.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια