ΟΠΟΥ ΣΤΡΕΨΕΙΣ ΟΠΟΥ ΙΔΕΙΣ ΠΑΝΤΟΥ Ο ΘΕΟΣ.




᾿Αφού Ο γλυκὺς Ιησοῦς εἶναι τόσον καλός, εὔσπλαγχνος, ἀγαθὸς, διατί νὰ ἀπελπισθείς; Ἕνα ὀλίγον τὸν ἐζητοῦμε καὶ αὐτὸς μᾶς δίδει τόσον πολύ. Μίαν ἀκτῖνα
φωτὸς τοῦ γυρεύουμε καὶ αὐτὸς μᾶς χαρίζεται ὅλος Φῶς, ᾿Αλήθεια, ᾿Αγάπη. Λοιπὸν ταπεινώσου καὶ πᾶσαν τὴν ἐλπίδα σου στήριζε εἰς Αὐτόν. Καὶ πίστευσόν μοι τὴν ἀλήθειαν λέγοντι ὅτι ἀφότου ἔγινα μοναχός, ὁσάκις ἠσθένησα, παντάπασι δὲν ἐπιμελήθην τὸν ἑαυτόν μου. Μήτε ἄφησα κανένα νὰ φροντίσει διὰ τὴν σωματικήν μου ὑγείαν, ἀλλὰ ὅλην μου τὴν ἐλπίδα ἄφησα εἰς Τὸν ἄμισθον ἰατρόν. Καὶ τόσον ἐδοκιμάσθην εἰς τὴν ἀρχήν, ὅπου ἐγέμισε μεγάλα ὡσὰν λεμόνια σπυριὰ ὅλη ἡ ράχη μου μέχρι καὶ κάτω. Καὶ ἔγινα ὡσὰν ξύλινος, μὴ δυνάμενος νὰ λυγίσω. Καὶ ἐγὼ ἐμαχόμην τὸ πάθος, χωρὶς νὰ ἀλλάξω ποσῶς μήτε φανέλλα μήτε ἕτερον ροῦχο. ᾿Αλλὰ έφορτώθηκα ἕνα τορβὰ εἰς τὴν ράχην καὶ ἐγύρισα ὅλον τὸ ῞Αγιον Ὄρος. Ωσότου ἔσπασαν ὅλα ἐκεῖνα καὶ ἔτρεχαν μόνα τους μέχρι τοὺς πόδας μου. Καὶ δὲν ἄλλαξα, ὡς εἶπον, μαχόμενος καὶ δεινῶς ὑπομένων· καὶ ἔγιναν ἡ φανέλλα καὶ κάτω ἕνα δάκτυλο πάχος τὸ ροῦχο ἀπὸ τὴν ὕλην ποὺ ἔτρεξε. Καὶ εἰς τὲς τρύπες τῶν πληγῶν ἐχωροῦσε τὸ δάκτυλον. Καὶ δὲν ἔπαθα τίποτε. Καὶ μέχρι σήμερον ὅ,τι ἀρρώστεια μοῦ ἔρχεται μὲ πολλὴν χαρὰν τὴν ἐκδέχομαι, μήπως μὲ φέρῃ τὸν αἰώνιον ὕπνον· νὰ εὑρεθῶ εἰς τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν. ᾿Αλλὰ δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα. Πάντως θὰ ἔλθει συντόμως. ῾Ο θάνατος, ὅπου εἰς τοὺς πολλοὺς εἶναι μέγας καὶ
τρομερός, εἰς ἐμένα εἶναι μία ἀνάπαυσις, ἕνα γλυκύτατον πρᾶγμα, ὅπου μόλις ἔλθῃ θὰ μὲ ξεκουράσει ἀπὸ τὰς θλίψεις τοῦ κόσμου. Καὶ τὸν περιμένω ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν. Εἶναι μέγας ὄντως· ἀλλὰ πολὺ μεγάλος ἀγὼν νὰ σηκώσῃ κανεὶς ὅλα τὰ βάρη τοῦ κόσμου ἐσήμερον, ὅπου ὅλοι ζητοῦν ἀπὸ τὸν ἄλλον νὰ πληρωθοῦν ὅλαι αἱ ἐντολαί. Ἔτσι εἶναι τὰ χρόνια μας. Δι' αὐτὸ ἀπαιτεῖται ὑπομονὴ ἕως νὰ ξεψυχήσωμεν ὄρθιοι. Διὰ τοῦτο ἀνδρίζου καὶ κραταιούσθω ή ψυχή σου εἰς πᾶν ὅ,τι σοι άκολουθεῖ. Δι' αὐτὰ καὶ δι᾿ ὅλα καὶ ἐγὼ ἔγινα πτῶμα. Παρακαλῶ τὸν Θεὸν νὰ μὲ πάρει νὰ ἡσυχάσω. Παρακαλῶ τὴν ἀγάπην σας πολὺ νὰ μὲ εὔχεσθε. Διότι ἔχω πολλὰς ψυχὰς ὅπου μοῦ γυρεύουν βοήθειαν. Καὶ πιστεύσατε, ὅτι διὰ τὴν κάθε μίαν ψυχὴν ὅπου λαμβάνει βοήθειαν δοκιμάζω τὸν πόλεμον ὅπου ἔχει. Καὶ πάλιν γράφω αὐτὰ δίδων σας θάρρος νὰ μὴ φοβῆσθε nodọ τὰς ἀσθενείας, κἂν καὶ νὰ πάσχωμεν ἐφ' ᾿Αφοῦ εἶναι διαρκῶς παρών ὁ Θεός, διατὶ ἀνησυχεῖς; Ἐν αὐτῷ ζῶμεν, κινούμεθα. Εἰς τὴν ἀγκάλην του βασταζόμεθα. Θεὸν ἀναπνέομεν· Θεὸν περιβαλλόμεθα· Θεὸν ψηλαφῶμεν· Θεὸν ἐσθίομεν ἐν Μυστηρίῳ. Ὅπου στρέψεις, ὅπου ἰδείς,παντού Ο Θεός. Εν οὐρανοῖς, ἐπὶ γῆς, εἰς τὰς ἀβύσσους,εἰς τὰ ξύλα, μέσα στις πέτρες,
εἰς τὰ ξύλα, μέσα στις πέτρεςσὲ βλέπει πῶς πάσχεις; Ὅτι ὑποφέρεις;

Εκφρασης Μοναχικής εμπειρίας. Γέροντος Ιωσήφ.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια